Η απόφαση 223/2020 του ΣτΕ για τη μεταλλουργία: Η ουσία και τα συνεπαγόμενά της #skouries

    1
    ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

    Η απόφαση 223/2020 του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ βάζει τέλος στη μακρά – διάρκειας πέντε ετών – διαμάχη της αρμόδιας τεχνικής υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με την εταιρεία “Ελληνικός Χρυσός” σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της μεταλλουργικής μεθόδου της ακαριαίας τήξης στα εμπλουτίσματα των κοιτασμάτων των μεταλλείων Ολυμπιάδας και Σκουριών. Η “τεχνική μελέτη μεταλλουργικής μονάδας χαλκού, χρυσού και θειικού οξέος Μαντέμ Λάκκου” πηγαίνει κι έρχεται μεταξύ εταιρείας, υπηρεσίας και ΣτΕ εδώ και πέντε χρόνια, με την υπηρεσία να την επιστρέφει ως ανεπαρκή και ανακριβή και την εταιρεία να προσφεύγει στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωση της επιστροφής, προκειμένου να αποφύγει να συμμορφωθεί με τις αποδείξεις της υπηρεσίας.

    Με την 223/2020 ακυρώνεται εν μέρει από το ΣτΕ η από 5-7-2016 απόφαση επιστροφής της μελέτης που φέρει την υπογραφή του τότε Υπουργού ΠΕΝ Πάνου Σκουρλέτη. Αλλά κατά τα υπόλοιπα, που συνιστούν το κατ’ εξοχήν επίδικο και την ουσία της διαφωνίας, η απόφαση εκείνη μένει σε ισχύ: Διότι το ΣτΕ δέχτηκε πως νομίμως επεστράφη η μελέτη για τις αιτιάσεις εκείνες του υπουργείου που τεκμηριώνουν το τεχνικά μη εφαρμόσιμο και την περιβαλλοντική ασυμβατότητα της εφαρμογής της μεθόδου ακαριαίας τήξης σε μεταλλεύματα με εξαιρετικά υψηλή περιεκτικότητα σε αρσενικό, όπως αυτά που προβλέπει η μελέτη και παράγονται από τα μεταλλεία της εταιρείας. Και κατά τούτο το ΣτΕ αποδέχεται την από μέρους της εταιρείας παραβίαση της σύμβασης. Σημειώνουμε επ’ αυτού τις από τον Ιανουάριο του 2013 και πολλάκις μετέπειτα σχετικές και δικές μας επί του θέματος επισημάνσεις και καταγγελίες, κατά τις οποίες είχαμε χαρακτηρίσει την πρόταση εφαρμογής της μεθόδου ακαριαίας τήξης στα συγκεκριμένα υψηλής σε αρσενικό περιεκτικότητας μεταλλεύματα ως επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία και ως «απάτη» από μέρους της εταιρείας.

    Το πρώτο πολύ σημαντικό σημείο της 223/2020 είναι ότι αναγνωρίζει πλήρως τη σημασία της μεταλλουργίας, δηλαδή της επεξεργασίας των κοιτασμάτων για την παραγωγή καθαρών πολύτιμων μετάλλων, για το επενδυτικό σχέδιο της εταιρείας. Σε συμφωνία με τις προηγούμενες αποφάσεις του αλλά και με την απόφαση της Διαιτησίας, το Δικαστήριο ονομάζει τη μεταλλουργία “πυρήνα του επενδυτικού σχεδίου” – σε αντίθεση με την υποβάθμισή της που επί χρόνια προσπαθούσε να πετύχει η εταιρεία, προσβλέποντας στην τελική απαλλαγή της από αυτήν την  υποχρέωση.

    Το δεύτερο βασικό σημείο είναι ότι το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της εταιρείας “ότι, με την επιστροφή της τεχνικής μελέτης, η Διοίκηση απαραδέκτως αμφισβήτησε, ευθέως ή εμμέσως, την εφαρμοσιμότητα της μεταλλουργικής μεθόδου ακαριαίας τήξης, που είχε αποτελέσει αντικείμενο της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του έργου, και δεν συμμορφώθηκε προς τα κριθέντα με τις αποφάσεις 1492/2013 και 3191/2015 του Δικαστηρίου”. Η αρμόδια υπηρεσία δεν αμφισβήτησε την ΚΑΤ’ΑΡΧΗΝ εφαρμοσιμότητα της ακαριαίας τήξης αλλά ζήτησε περισσότερα στοιχεία για να τεκμηριωθεί η ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ της μεθόδου στα συγκεκριμένα συμπυκνώματα των μεταλλείων Κασσάνδρας – όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει και σε απόλυτη συμμόρφωση με τις ανωτέρω αποφάσεις του ΣτΕ. Η εταιρεία για μια ακόμα φορά ζήτησε τη βοήθεια του ΣτΕ για να μην υποχρεωθεί να δώσει τα επιπλέον στοιχεία, τα οποία ούτως ή άλλως δεν είχε. Με την παρούσα απόφαση 223/2020, το ΣτΕ ορθώς δικαιώνει το Ελληνικό Δημόσιο, απορρίπτοντας -για μοναδική μέχρι σήμερα φορά- αίτηση της εταιρείας.

    Συγκεκριμένα, κρίθηκαν νόμιμα τα κεφάλαια της απόφασης που αναφέρονται στην ανεπαρκή, εκ μέρους της εταιρείας, αντιμετώπιση των ειδικών τεχνικών ζητημάτων που προκύπτουν από την εξαιρετικά υψηλή περιεκτικότητα του μίγματος σε αρσενικό, σίδηρο και θείο:

    • Υποβαθμισμένη ποιότητα της μάτας, δηλαδή του ενδιάμεσου προϊόντος από το οποίο (υποτίθεται ότι) θα ανακτηθούν στη συνέχεια τα καθαρά πολύτιμα μέταλλα, χαλκός, χρυσός και άργυρος. Χαμηλή ανάκτηση μετάλλων λόγω διαφυγών τους στη σκωρία και στη σκόνη.
    • Μάτα φορτωμένη με αρσενικό που την καθιστά ακατάλληλη για περαιτέρω επεξεργασία.
    • Σημαντικές ποσότητες παραγόμενων έντονα τοξικών απαερίων (fugitive emissions) αρσενικού, επικίνδυνων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, και πιθανών διαφυγών τους στους χώρους του εργοστασίου..

    Είναι αυτά ακριβώς τα τεχνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιουργούνται από την προβλεπόμενη στη μελέτη σύσταση του μίγματος τροφοδοσίας που καθιστούν τελικά αδύνατη την εφαρμογή της μεθόδου της ακαριαίας τήξης στα συγκεκριμένα συμπυκνώματα των Μεταλλείων Κασσάνδρας. Με απλά λόγια, η υπερβολικά υψηλή περιεκτικότητα στο τοξικότατο αρσενικό (πολύ υψηλότερη από οποιαδήποτε αποδεκτή σε οποιοδήποτε παρόμοιο εργοστάσιο παγκοσμίως), διαταράσσει τη χημεία μέσα στην κάμινο της ακαριαίας τήξης, με αποτέλεσμα α) η ανάκτηση μετάλλων να μην είναι ικανοποιητική, αυτά δε να είναι επί πλέον επιμολυσμένα με αρσενικό ώστε η εμπορευσιμότητά τους να είναι προβληματική. β) να παράγονται εντός της καμίνου τεράστιες ποσότητες αερίου αρσενικού που είναι αδύνατον να δεσμευθούν. Η εταιρεία εκ των πραγμάτων δεν έχει καμία δυνατότητα να παρέχει τα επιπλέον στοιχεία που ζητά η αρμόδια υπηρεσία. Αν μπορούσε εξ άλλου θα το είχε πράξει προ πολλού.

    Αλλά, κατά τη σύμβαση μεταβίβασης των μεταλλείων, μόνο μετά την έγκριση της τεχνικής μελέτης της μεταλλουργίας θα μπορούσε να εγκριθεί οριστικά το Επενδυτικά Σχέδιο της Ελληνικός Χρυσός που αδειοδοτήθηκε περιβαλλοντικά με την ΚΥΑ ΕΠΟ 201745/2011. Η ισχύς των αποφάσεων Σκουρλέτη για την επιστροφή – ουσιαστικά την απόρριψη – της μελέτης έχει τις εξής άμεσες συνέπειες:

    • Δεν μπορεί να εγκριθεί το Επενδυτικό Σχέδιο.
    • Παραβιάζεται η ΚΥΑ ΕΠΟ.
    • Παραβιάζεται η σύμβαση σε ότι αφορά τον βασικότερο όρο και “δικαιοπρακτικό της θεμέλιο”, την καθετοποίηση της παραγωγής των μεταλλείων με τελικά εξαγώγιμα προϊόντα τα καθαρά μέταλλα. Και αυτό με υπαιτιότητα της ίδιας της εταιρείας η οποία όφειλε να παρουσιάσει μια μέθοδο εφαρμόσιμη και περιβαλλοντικά ασφαλή.
    • Καταρρίπτεται ο ισχυρισμός της εταιρείας ότι υπήρξαν αναιτιολόγητες καθυστερήσεις στην αδειοδότηση που της προκάλεσαν οικονομική ζημία και άρα δικαιούται αποζημίωση. Αντίθετα, λόγω της παραβίασης της σύμβασης από μέρους της εταιρείας, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορά τον πυρήνα της σύμβασης (το δικαιοπρακτικό της θεμέλιο) το Δημόσιο δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και να απαιτήσει εκείνο αποζημιώσεις από την εταιρεία. Και οφείλει να το πράξει.

    Είναι πλέον απόλυτα ξεκάθαρο ότι ο λόγος που η εταιρεία ζητά τροποποίηση της σύμβασης δεν είναι πως (δήθεν): “το επενδυτικό σχέδιο δεν είναι πλέον επίκαιρο και δεν συμβαδίζει με τα τρέχοντα δεδομένα της οικονομίας” αλλά κάτι άλλο: μια κουτοπόνηρη προσπάθεια που αποβλέπει στην απενοχοποίησή της για την εξόφθαλμη και καραμπινάτη από μέρους της παραβίαση της ισχύουσας σύμβασης, με παράλληλη εξασφάλιση πως και μελλοντικά θα έχει την ευχέρεια και άλλων τέτοιων και ακόμα περισσότερων παρασπονδιών, εξοπλισμένη πλέον και με τη νεόκοπη «ασφάλεια της επένδυσής της» την οποία θα εγγυάται και θα καλύπτει το Ελληνικό Δημόσιο. Και καλά μεν κάνει να νομίζει πως έχει τη δυνατότητα η εταιρεία να προβάλλει τέτοιες απαιτήσεις, στηριζόμενη στην επείγουσα ανάγκη της σημερινής κυβέρνησης να παρουσιάσει κάποιες -πάση θυσία- επιτυχίες της στον επενδυτικό τομέα ώστε να ενισχύσει έτσι το αγωνιωδώς διαλαλούμενο φιλοεπενδυτικό της προφίλ. Το θέμα για εμάς όμως, τους πολίτες αυτής της χώρας, είναι τι νομίζει επι όλων αυτών και αν προτίθεται να ικανοποιήσει αυτές τις απαιτήσεις της εταιρείας ο υπουργός μας κ. Κωστής Χατζηδάκης.

    1 ΣΧΟΛΙΟ

    1. Ας το πάρουμε χαμπάρι, δεν υπάρχει βιώσιμη τεχνολογική λύση στην εξόρυξη χρυσού δίχως οικολογικές κ κοινωνικές επιπτώσεις. Τα νταμάρια έχουν γίνει τάφος μιας τραγικής κληρονομιάς, ενώ η καταστροφή κ η μόλυνση ληστεύουν τη ζωή για τριάντα αργύρια κ κάτι.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.