Αρχική Απόψεις & Σχόλια Κάτι ακόμα για την ’’σωτηρία μας’’: Για τις ’’κρίσιμες’’ ορυκτές ύλες. Για...

Κάτι ακόμα για την ’’σωτηρία μας’’: Για τις ’’κρίσιμες’’ ορυκτές ύλες. Για τις σπάνιες γαίες ειδικότερα #skouries

1
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Tου Σαράντη Δημητριάδη, ομότιμου καθητητή γεωλογίας ΑΠΘ

Πρόκειται ασφαλώς για τη νέα μας Μεγάλη Ιδέα (μαζί με εκείνη για τους υδρογονάνθρακές μας). Την ακούμε, τη διαβάζουμε, μας την αναλύουν (πολύ πρόχειρα βέβαια), και την περιμένουμε να υλοποιηθεί ώστε να μας λυτρώσει. Το ίδιο όπως συνέβαινε και με τις άλλες μας Μεγάλες Ιδέες στο παρελθόν. Από τις οποίες βέβαια κατέχουμε την πικρή εμπειρία της διάψευσής τους -όλων τους.

Η σωτηρία ακούμε της Ελλάδας κρύβεται στα σπλάχνα της. Είναι οι ’’μυθώδους αξίας’’ ορυκτοί πόροι της. Τα μεταλλεύματά της και οι υδρογονάνθρακες (πετρέλαιο και φυσικό αέριο). Αυτά είναι μας λένε όχι απλά το σωσίβιό μας, αλλά η πολυτελής μας θαλαμηγός που αναμένει (με τη μηχανή αναμμένη) απλά την επιβίβασή μας. Για ταξίδια μακρινά και ονειρεμένα. Και δεσπόζουσα θέση στα μέρη της θαλαμηγού μας αυτής κατέχουν τα ανεξόρυκτα ’’υπέρ- πολύτιμα’’ ορυκτά υλικά που ακούν στο όνομα Σπάνιες Γαίες.

Η αλήθεια είναι πως τις χορτάσαμε πριν τις δούμε: από τις λίστες που απαριθμούν τα πόσα τέτοια μέταλλα κρύβονται στα high tech κινητά μας και πόσα χρειάζονται για την κατασκευή και λειτουργία των γιγαντιαίων ανεμογεννητριών, των φωτοβολταϊκών, των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, των τεχνητών δορυφόρων, των διηπειρωτικών πυραύλων και των άλλων στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης φονικότατων νέων οπλικών συστημάτων. Υλικά όχι όποια κι’ όποια. Υλικά σπάνια, δυσεύρετα, ’’στρατηγικά’’, ’’κρίσιμα’’, με εξωτικά ονόματα γνωστά μόνο στους λίγους τεχνολογικά ψαγμένους και στους περιδιαβαίνοντες τις ατραπούς των παραρτημάτων του περιοδικού πίνακα.

Όλα τα των λιστών αυτών αληθινά βέβαια και αναμφισβήτητα. Δύο όμως ζητήματα εγείρονται σε ό,τι αφορά τη θρυλούμενη προνομιούχα θέση μας από την άποψη της αφθονίας και διαθεσιμότητας των ’’κρίσιμων’’ αυτών χημικών στοιχείων στο υπέδαφός μας:

1) είμαστε στ’ αλήθεια ευνοημένοι από την άποψη αυτή; και

2) τι συνεπάγεται (αν εξετασθούν όλες οι παράμετροι) και εφόσον η απάντηση στο 1 είναι θετική, η όποια μελλοντική μας προσπάθεια να υλοποιήσουμε εξορύξεις για την ανάκτηση των ’’κρίσιμων’’ αυτών υλικών;

Σε ότι αφορά το (1) παραπάνω:

Τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα για την παρουσία και τις ποσότητες των σπάνιων γαιών στη χώρα μας δεν είναι καθόλου πειστικά ως προς το ότι οι από τεχνική καθαρά πλευρά εξορύξιμες ποσότητες, είτε της κάθε μιας από αυτές (τις σπάνιες γαίες), είτε μιας ομάδας εξ αυτών σε οποιοδήποτε υποτιθέμενο ’’κοίτασμά’’ τους είναι αρκετή ώστε να κάνει και οικονομικά βιώσιμη την εξόρυξη ενός ή περισσότερων τέτοιων ’’κοιτασμάτων’’.

Έχουμε ακούσει για παρουσία σπάνιων γαιών στη βόρεια Ελλάδα, πιο ειδικά στα παράκτια ιζήματα καθ’ όλο το μήκος της Μακεδονικής ακτής, από την ανατολική Χαλκιδική μέχρι και πέρα από την Θάσο. Τα ακούσματα όμως αυτά, όπως και τα σημάδια που κάποιοι έσπευσαν να προσθέσουν στον ευρωπαϊκό χάρτη με τις γεωλογικές εμφανίσεις κρίσιμων πρώτων υλών, πολύ απέχουν από μια οποιαδήποτε προκαταρτική, πολύ περισσότερο από μια πλήρη και πειστική κοιτασματολογική εκτίμηση. Η οποία θα πρέπει να καταλήγει:

α) σε εκτίμηση του συνολικού όγκου των προς εξόρυξη υλικών με τη μέση τους περιεκτικότητα σε μία οποιαδήποτε ή σε περισσότερες από μία σπάνιες γαίες.

β) στο είδος και το κόστος της απαιτούμενης τεχνολογικής υποδομής, τόσο για την εξόρυξη όσο και για τον (πολύ δύσκολο) διαχωρισμό από το εξορυγμένο υλικό ενός κλάσματος εμπορεύσιμου προϊόντος.

γ) τον όγκο, τη σύσταση και τον περιβαλλοντικό χαρακτηρισμό, όπως και τους χώρους απόθεσης των μεταλλευτικών αποβλήτων που θα προκύψουν από την υποτιθέμενη εκμετάλλευση.

δ) την προβλεπόμενη χρονική διάρκεια της εκμετάλλευσης του ενός ή των περισσότερων τέτοιων ’’κοιτασμάτων’’.

ε) το ποιο συγκεκριμένα θα είναι, αφού αφαιρεθούν όλα τα έξοδα εγκατάστασης και λειτουργίας των εξορυκτικών και μεταλλευτικών μονάδων, το αναμενόμενο καθαρό κέρδος για την εθνική μας οικονομία από μια τέτοια προσπάθεια με βάση ένα πιθανολογούμενο σενάριο που θα προβλέπει κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό συμμετοχής και του ελληνικού Δημοσίου στην υλοποίηση της εκμετάλλευσης τέτοιων κοιτασμάτων -μια που αυτό τελικά είναι/θα πρέπει να είναι το (συ)ζητούμενο, και

στ) τη βεβαίωση ότι η προσπάθεια αυτή δεν θα επιδράσει αρνητικά σε υφιστάμενες ή δυνάμενες να εγκατασταθούν στην ευρύτερη περιοχή των χώρων εξόρυξης άλλης φύσης αναπτυξιακές δραστηριότητες.

Αντί όλων των παραπάνω, των πολύ βασικών και απαραίτητων, από ό,τι έχω αντιληφθεί και δεν νομίζω εσφαλμένα, τα δεδομένα στα οποία στηρίζονται οι αισιοδοξούντες για την σωτηριολογική προοπτική εξόρυξης και εκμετάλλευσης ’’κοιτασμάτων’’ σπάνιων γαιών βασίζουν τις προβλέψεις τους μόνο στις κατά πολύ λιγότερες του απαιτούμενου αριθμού αναλύσεις δειγμάτων -και ελάχιστα ως εκ τούτου αντιπροσωπευτικές για μια κοιτασματολογική εκτίμηση συνολικών αποθεμάτων. Επικαλούνται στην πραγματικότητα ενδιαφέρουσες ενδείξεις μικρής κλίμακας τοπικών εμπλουτισμών και όχι στέρεες αποδείξεις μιας γενικά υψηλής μέσης περιεκτικότητας, τέτοιας που να εγγυάται, ή έστω να πιθανολογεί βάσιμα, την από οικονομική άποψη εκμεταλλευσιμότητα ενός πραγματικού και οριοθετημένου κοιτάσματος. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα γίνεται επίκληση τοπικού εμπλουτισμού σε σπάνιες γαίες μικροσκοπικών εγκλεισμάτων σε κόκκους ορυκτών που αναλύονται στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, κάτι βέβαια πάρα πολύ μακριά από το να ληφθεί ακόμα και ως απλή ένδειξη εμπλουτισμού σε κλίμακα ενός απλού μακροσκοπικού δείγματος, πολύ περισσότερο ενός συνολικού γεωλογικού σχηματισμού, ενός υποτιθέμενου δηλαδή κοιτάσματος. Γιατί, για μια αξιόπιστη κοιτασματολογική εκτίμηση ενδιαφέρουν οι μέσες περιεκτικότητας μεγάλων όγκων ή, πιο σωστά, του όλου όγκου του υποτιθέμενου κοιτάσματος.

Σε ό,τι αφορά το (2) παραπάνω:

Γενικά παραβλέπεται, ακριβέστερα αποσιωπάται, από όσους κηρύσσουν την σκοπιμότητα των εξορύξεων σπάνιων γαιών στη χώρα μας, πως η σπανιότητά τους δεν συνίσταται τόσο στην πολύ περιπτωσιακή τους και εντοπισμένη συμμετοχή στο φλοιό της γης (την πολύ περιορισμένη τοπικότητα της εμφάνισής τους δηλαδή, κάτι που ισχύει βέβαια), όσο στην πολύ μικρή τους ποσοτική συμμετοχή οπουδήποτε και σε οποιουσδήποτε σχηματισμούς στη σύσταση των οποίων συμβαίνει να συμμετέχουν. Ως εκ τούτου, κάθε εξόρυξη για την τελική ανάκτηση σπάνιων γαιών είναι μια τυπική «μικρής περιεκτικότητας – μεγάλου όγκου» εξόρυξη. Πράγμα που συνεπάγεται μεγάλη ασυμμετρία μεταξύ του τεράστιου όγκου του προς εξόρυξη υλικού (και βέβαια και των προς απόρριψη μεταλλευτικών αποβλήτων) σε σχέση με τον πολύ μικρό όγκο του τελικά ανακτώμενου εμπορεύσιμου προϊόντος. Ας προστεθεί ακόμα πως οι διαδικασίες ανάκτησης των σπάνιων γαιών είναι σε μεγάλο βαθμό χημικές, με χρήση περιβαλλοντικά επιβαρυντικών ουσιών, ενώ και τα απόβλητά τους είναι κατά κανόνα φορτισμένα και με ανεπιθύμητα ραδιενεργά στοιχεία.

Όλα αυτά συνιστούν μια μεγάλης κλίμακας περιβαλλοντική επιβάρυνση που σε λίγες μόνο περιπτώσεις μπορεί να είναι ανεκτή, επειδή είναι αυτονόητο πως αντιστρατεύεται τις όποιες άλλες υπάρχουν ή θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στον ίδιο τόπο παραγωγικές και οικονομικές γενικά δραστηριότητες. Ουσιαστικά, όπου τυχόν πραγματοποιηθεί εξόρυξη για την ανάκτηση σπάνιων γαιών, κάθε άλλη παραγωγική δραστηριότητα θα ανασταλεί και πολύ σύντομα θα εκλείψει. Αυτός είναι ο λόγος που εξορύξεις σπάνιων γαιών γίνονται σε ελάχιστα μέρη και μάλιστα εκεί που μπορεί να είναι ανεκτή μια σε μεγάλη γεωγραφική έκταση και υψηλής έντασης παραγωγική μονοκαλλιέργεια, με παράλληλη ανοχή ως προς τις εξαιρετικά αρνητικές για το περιβάλλον επιπτώσεις. Αυτός είναι ο λόγος που η Κίνα είναι η κύρια -από άποψη όγκου παραγόμενων προϊόντων ουσιαστικά η απόλυτα κυρίαρχη- χώρα παραγωγός σπάνιων γαιών. Και που έχει για αυτήν της τη δραστηριότητα δημιουργήσει κάποιες φριχτά δυστοπικές περιοχές στο εσωτερικό της. Και για όποιον τυχόν θέλει να πάρει μια ιδέα του πώς είναι ένας χώρος εξόρυξης σπάνιων γαιών και πώς είναι ένα πεδίο απόθεσης των παραγόμενων μεταλλευτικών του αποβλήτων, παραπέμπω στις παρακάτω δύο εικόνες, αντιπροσωπευτικές τέτοιου είδους δραστηριοτήτων :

Εκφρασμένη βέβαια επιδίωξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί η κατά το δυνατόν απεξάρτησή της από την εισαγωγή ορυκτών πρώτων υλών, μεταξύ τους βέβαια και των σπάνιων γαιών. Που η χρήση και εφαρμογή τους ασφαλώς θα γίνει (ή ήδη γίνεται) στις πιο προηγμένες τεχνολογικά χώρες της. Οι οποίες δεν είναι απαραίτητο, καθόλου μάλιστα, να είναι και οι χώρες εντόπιας (ενδοευρωπαϊκής) παραγωγής τους. Το τελευταίο θα μπορούσε, και βολεύει όπως φαίνεται, να επιδιωχθεί να γίνει σε χώρες που θα έχουν τα μικρότερα περιθώρια αντίστασης και αντίδρασης στις συνεπαγόμενες και αναπόφευκτες αρνητικές πλευρές τέτοιων εξορύξεων. Είτε γιατί λόγω υπερχρέωσής τους προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν τα όποια περιθώρια άρνησης, είτε γιατί, και για τον ίδιο λόγο, η περιβαλλοντική προστασία δεν είναι η πρώτη τους επιλογή, ιδίως αν υπάρχει και κάποια ελπίδα, έστω και όχι βάσιμη, πως θα υπάρξει τελικά σημαντικό οικονομικό όφελος για τις ίδιες.

Έτσι λοιπόν η Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα η βόρεια Ελλάδα (η ξακουστή Μακεδονία) προβάλλεται από κάποιους ως ο (και ιδανικός, όπως και σωτήριος) τόπος που θα μπορούσε να αποτελέσει την πολυπόθητη για την Ευρώπη κύρια πηγή εξόρυξης σπάνιων γαιών. Ευτυχώς που η προοπτική αυτή προσκρούει στο γεγονός πως τα δεδομένα πραγματικής ύπαρξης εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων αυτών των ’’κρίσιμων ορυκτών υλών’’ είναι, παρά τα λεγόμενα, πολύ ισχνή. Ευτυχώς για το περιβάλλον δηλαδή και τη βόρεια Ελλάδα που τόσο πολύ και για τόσο μακρύ χρόνο έχει ήδη επιβαρυνθεί από τις εξορύξεις κάθε είδους και μεγέθους. Αυτό της έλλειπε: να δει τα παράκτια ιζήματα και τον βυθό του Θρακικού πελάγους να τον ανασκαλεύουν γιγαντιαίοι βυθοκόροι για να ξεζουμιστεί στη συνέχεια το υλικό που θα εξορύσσεται από τα περιεχόμενα ίχνη των σπάνιων γαιών και να αποτεθεί μετά ως τοξική λάσπη ποιος ξέρει πού.

Όσο για τα κινητά μας, τα πάρκα των ΑΠΕ, τα μελλοντικά μας ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τους δορυφόρους μας και τα προηγμένα μας οπλικά συστήματα, θα πρέπει ίσως να προετοιμαζόμαστε ώστε να συμβιβαστούμε με την ιδέα πως όλα αυτά δεν θα είναι εξοπλισμένα με ’’ντόπιες σπάνιες γαίες’’. Θα μπορέσουμε φαντάζομαι να το ξεπεράσουμε.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Εκτός από την Κίνα νομίζω πως πρέπει να αναφερθεί και το Kivu στο Κονγκό όπου γίνεται εκμετάλλευση σπάνιων γαιών (coltan) με τον πιο απάνθρωπο τρόπο, βιασμοί με ακρωτηριασμούς προκειμένου να διώξουν τους αγρότες από τον τόπο τους σπέρνοντας τη φρίκη κυρίως στις γυναίκες που ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης στην περιοχή αυτή, παιδική δουλεία, δολοφονίες, εμπρησμοί κλπ από πειρατές πληρωμένους από το καθεστώς του «δικτάτορα» πλέον Καμπιλά και όπως δείχνουν οι εκλογές φιάσκο που έγιναν στις 30/12 έπεται συνέχεια της βίας κατά των πολιτών και της Δημοκρατίας στο Κονγκό προς χάρη των … τελευταίου τύπου έξυπνων κινητών μας!!!!!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.