Αρχική Uncategorized Πρώτη προσφυγή στο ΣτΕ για την ακύρωση της Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων της...

Πρώτη προσφυγή στο ΣτΕ για την ακύρωση της Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων της ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ

0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Φορείς και Πολίτες της Χαλκιδικής ζητούν με προσφυγή τους στο Συμβούλιο Επικρατείας: Να ακυρωθεί στο σύνολο της η υπ’αριθ. πρωτοκ. 201745/26. 7. 2011 κοινή Υπουργική Απόφαση με θέμα: «Έγκριση Περιβαλλοντικών Ορων για τα έργα α) Μεταλλευτικές — Μεταλλουργικές Εγκαταστάσεις Μεταλλείων Κασσάνδρας και β) Απομάκρυνση, Καθαρισμό & Αποκατάσταση Χώρου Απόθεσης Παλαιών Τελμάτων Ολυμπιάδας, της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε.Μ.Β.Χ.» στο Νομό Χαλκιδικής. Να καταδικασθούν οι αντίδικοι στην καταβολή της όλης δικαστικής μας δαπάνης.”

Το κείμενο της προσφυγής:Προσφυγή στο ΣτΕ φορέων και πολιτών κατά της ΜΠΕ της ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ

Δικηγορικό Γραφείο
Γεωργίου Χριστόφορου Χριστοφορίδη
Αθήνα -Μαυρομματαίων 10 – 106 82 -τηλ. 82 52 130

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
(Τμήμα Ε’)
ΑΙΤΗΣΙΣ
1) Του σωματείου με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ», που εδρεύει στην Ιερισσό της Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.
2) Του Σωματείου με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ», που εδρεύει στην Μεγάλη Παναγία της Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.
3) Του Σωματείου με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΕΡΙΣΣΟΥ Ο ΚΛΕΙΓΕΝΉΣ», που εδρεύει στην Ιερισσό Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.
4) Του Σωματείου με την επωνυμία «ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΕΓΑΛΟΠΑΝΑΓΙΩΤΩΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΙΩΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη κι εκπροσωπείται νομίμως.
5) Του σωματείου με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΑΛΙΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΕΡΙΣΣΟΥ Ν. ΡΟΔΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ», που εδρεύει στην Ιερισσό Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.
6) Του δασικού αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΔΑΣΙΚΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΕΡΙΣΣΟΥ» που εδρεύει στην Ιερισσό Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.
7) Του δασικού αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΔΑΣΙΚΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ» που εδρεύει στη Μεγάλη Παναγία Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.
8) Του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΕΡΙΣΣΟΥ» που εδρεύει στην Ιερισσό της Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.

9) Του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ», που εδρεύει στη Μεγάλη Παναγία της Χαλκιδικής κι εκπροσωπείται νομίμως.
10) Βασιλικής Βαρβαρέσου του Αθανασίου,
11) Ιωάννη Βεργίνη του Γεωργίου,
12) Μαρίας Γιαννάκη του Αθανασίου,
13) Μαρίας Γιώργου του Γεωργίου,
14) Θεοδώρας Δρόσου του Στυλιανού,
15) Κων/νου Ευθυμίου του Παντελή,
16) Γεωργίου Ζουμπά του Θεοδώρου,
17) Αλέξανδρου Ηλιάδη του Χαραλάμπους,
18) 18) Γεωργίας Ιγγλέζη του Θεοδώρου,
19) Αικατερίνης Ιγγλέζη του Θεοδώρου,
20) Γεωργίου Λαγόντζου του Δημητρίου,
21) Αννας Λεμπίδα του Ιωάννη
22) Μελαχρινής Λιάκου του Θρασύβουλου,
23) Ευδοξίας Μακρή του Χρήστου
24) Ειρήνης Μάρκου του Δημητρίου,
25) Πετράνθης Μαυροπούλου του Δημοσθένη,
26) Αικατερίνης Μήτρου του Δημητρίου,
27) Λάζαρου Μπανιτσιώτη του Τραϊανού,
28) Ιωάννη Σταθώρη του Δημητρίου,
29) Θεοδώρας Χρυσούλη του Περικλή
30) Δέσποινας Χρυσούλη του Δημητρίου,
31) Αθανασίου Ψέμμα του Δημητρίου,
32) Αθανασίου Κρομμύδα του Κων/νου, κατοίκων απάντων Ιερισσού Χαλκιδικής, καθώς και
33) Ελένης Παναγιωτοπούλου του Νικήτα, κατοίκου Νέων Ρόδων Χαλκιδικής.

ΚΑΤΑ
1) Του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής,
2) του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας,
3) του Υπουργείου Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης,
4) του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων,
5) του Υπουργείου Πολιτισμού & Τουρισμού.

ΠΕΡΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ
Της υπ’αριθ. πρωτοκ. 201745/26.7.2011 κοινής Απόφασης των ανωτέρω υπουργών με θέμα: «Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων για τα έργα α) Μεταλλευτικές – Μεταλλουργικές Εγκαταστάσεις Μεταλλείων Κασσάνδρας και β) Απομάκρυνση, Καθαρισμό & Αποκατάσταση Χώρου Απόθεσης Παλαιών Τελμάτων Ολυμπιάδας, της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε.Μ.Β.Χ.» στο Νομό Χαλκιδικής.
1. Εισαγωγή.
Η ιστορία του χρυσού και των χρυσοθήρων της Χαλκιδικής είναι γνωστή στο Δικαστήριο.
Με την υπ’αριθ. 613/2002 Απόφαση της Ολομελείας είχε ακυρωθεί πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή και λειτουργία εγκαταστάσεων παραγωγής χρυσού στην Ολυμπιάδα της Χαλκιδικής.
Η τότε εγκριθείσα από τη Διοίκηση, αλλά ακυρωθείσα από το Δικαστήριο δραστηριότητα περιελάμβανε ανάπτυξη και αναβάθμιση των υφισταμένων εγκαταστάσεων του μεταλλείου της Ολυμπιάδας και κατασκευή εργοστασίου χρυσού και λίμνης τελμάτων. Οι υφιστάμενες τότε εγκαταστάσεις εκάλυπταν έκταση 430 στρεμμάτων, ενώ οι σχεδιαζόμενες θα εκάλυπταν έκταση 1755 στρεμμάτων.
Το σκεπτικό του Δικαστηρίου ήταν, ότι η στάθμιση από την πλευρά της Διοίκησης, μεταξύ του προσδοκώμενου οφέλους από την εκτέλεση του έργου και της επαπειλούμενης βλάβης στο φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία του είναι πλημμελής και παραβιάζει την αρχή
της βιώσιμης ανάπτυξης.
…………. Και τούτο για τον λόγο ότι το αναλισκόμενο για την κατασκευή τον έργον φυσικό κεφάλαιο, δηλαδή δασικές εκτάσεις, υδατορέματα και ο εν γένει καταλαμβανόμενος από τις εγκαταστάσεις χώρος, καθώς και οι επαπειλούμενοι από τη λειτουργία τον κίνδυνοι, ενόψει της επιλεγείσης μεθόδου παραγωγής χρυσού, εμφανίζονται δυσανάλογοι εν σχέσει προς το προσδοκώμενο όφελος από την εισαγωγή στη χώρα νέας τεχνολογίας για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και την αύξηση της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού της περιοχής
2. Η Χαλκιδική — Συστημική οικολογική θεώρηση.
Σύμφωνα με την πρώτη (και τελευταία μέχρι σήμερα) εθνική απογραφή δασών, την οποίαν διεκπεραίωσε το πάλαι ποτέ υπουργείο Γεωργίας, ο νομός Χαλκιδικής συγκαταλέγεται μεταξύ των δέκα (10) νομών της χώρας, οι οποίοι παρουσιάζουν δασοκάλυψη άνω του 60% επί της συνολικής τους έκτασης. Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα περισσότερα δάση της βορειοανατολικής Χαλκιδικής χαρακτηρίζονται ως αρχέγονα, καθώς ευρίσκονται εκεί πάνω από 300 έτη.
Ο νομός διαθέτει μεγάλο αριθμό οικολογικός ευαίσθητων περιοχών, ήτοι Τόπους Κοινοτικής Σημασίας και ΖΕΠ του δικτύου Νατούρα 2000, δεκαέξι (16) Καταφύγια Αγρίας Ζωής, οκτώ (8) περιοχές με Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους, επτά (7) βιότοπους του προγράμματος Corine, δεκατέσσερις (14) υγροτόπους, ένα εθνικό πάρκο και βεβαίως τον Άθω [βλπ. Πίνακα 3.3.4.- 1, κεφ. 3, παρ. 3.3.4. της ΜΠΕ].

Υπό τα δεδομένα αυτά το φυσικό κεφάλαιο της Χαλκιδικής, εκτός του ότι αποτελεί κιβωτό βιοποικιλότητας, συνιστά και μία σημαντική σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταβόθρα των αερίων του θερμοκηπίου, κατά την έννοια της Διεθνούς Συμβάσεως – Πλαίσιο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (ν. 2205/1994 ΦΕΚ Α 60/1994), η δε διατήρηση και προστασία του εμφανίζεται ως επιτακτική από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 περιπτ. δ’ της Σύμβασης, οι οποίες καθιερώνουν τη δέσμευση των συμβαλλομένων Κρατών για ορθολογική διαχείριση, διατήρηση και επαύξηση των καταβόθρων και ταμιευτήρων των αερίων του θερμοκηπίου.
3. Η δραστηριότητα που εγκρίνεται με την προσβαλλόμενη.
3.1. Εννέα έτη μετά την ανωτέρω απόφαση – σταθμό, κι αφού στο μεταξύ, το ίδιο το Δικαστήριο επέτρεψε την επέκταση και συνέχιση της εκμετάλλευσης του υφισταμένου μεταλλείου των «Μαύρων Πετρών» των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων Στρατωνίου Χαλκιδικής [ βλπ. Ολ ΣτΕ 463/2010 ], η Διοίκηση ενέκρινε διά της προσβαλλομένης αποφάσεως την περιβαλλοντική αδειοδότηση ενός νέου εξορυκτικού και μεταλλουργικού σχεδίου παραγωγής χρυσού και άλλων μεταλλευμάτων, του οποίου η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα κλίμακα «εγγυάται», κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, την μεσο-μακροπρόθεσμη απώλεια του ανεκτίμητου φυσικού κεφαλαίου της Χαλκιδικής και επομένως τον διαρκή εφιάλτη της βιοτικής περιπέτειας των κατοίκων της. Βεβαίως, ο πολυεθνικός κύριος του επενδυτικού αυτού σχεδίου, το οποίο συνιστά την πλέον αντιπροσωπευτική περίπτωση ληστρικής (τριτοκοσμικής) αξιοποίησης του εθνικού ορυκτού πλούτου , εμφανίζεται λίαν μελετημένος, εφοδιασμένος με πλήθος μελετών διαφόρων ειδημόνων, και το κυριώτερο, προσφέρει τρία ελκυστικά δολώματα : την απασχόληση του εργατικού δυναμικού της περιοχής, την αποκατάσταση των παλαιών τελμάτων στην Ολυμπιάδα και την πυρομεταλλουργική μέθοδο της Ακαριαίας Τήξης (Flash Smelting), η οποία είναι παγκοσμίως γνωστή για την επιτυχή κατεργασία των θειούχων του χαλκού, αλλά παγκοσμίως άγνωστη για την παραγωγή χρυσού από αρσενοπυρίτες.
3.2. Ειδικώτερα, η πολυσχιδής και πολυεπίπεδη βιομηχανική δραστηριότητα, που εγκρίθηκε, περιλαμβάνει:
α) Στο Στρατώνι : ανάπτυξη του υφισταμένου μεταλλείου «Μαύρων Πετρών» για την εκμετάλλευση κοιτάσματος μικτών θειούχων 1,64 εκατομμυρίου τόννων και λειτουργία του υφισταμένου εργοστασίου εμπλουτισμού, καθώς και κατασκευή και λειτουργία ξεχωριστών λιμενικών εγκαταστάσεων επί της θαλάσσης, για την εξυπηρέτηση μεγάλων (εκτοπίσματος 65.000 τόνων και μήκους 210 μέτρων) πλοίων μεταφοράς φορτίου χύδην και μεγάλων πλοίων μεταφοράς θειικού οξέος και εν γένει υγρού φορτίου χύδην. Το μεταλλείο προβλέπεται να λειτουργήσει 7 έτη με βάσιμες ελπίδες επέκτασης της λειτουργίας του [κεφ. 2 παραγρ. 2.2.2. κύριας ΜΠΕ ].
Για τα νέα έργα που θα κατασκευασθούν εκεί θ’απαιτηθεί αποψίλωση 632,1 στρεμμάτων δάσους αειφύλλων-πλατυφύλλων.
β) Στο όρος Κάκκαβος, στη θέση «Σκουριές» : κατασκευή και λειτουργία νέου επιφανειακού μεταλλείου, βάθους 220 μέτρων και μέσης επιφανειακής διαμέτρου 705 μέτρων καθώς και υπογείου μεταλλείου για την εκμετάλλευση κοιτάσματος χρυσοφόρου-χαλκούχου πυρίτη 146,2 εκατομ. τόννων, κατασκευή και λειτουργία εργοστασίου εμπλουτισμού, κατασκευή και λειτουργία εγκαταστάσεων απόθεσης εξορυκτικών αποβλήτων στα υδατορεύμματα «Καρατζάς Λάκκος» και «Λοτσάνικο». Το όρυγμα και οι χώροι απόθεσης αποβλήτων θα καταλάβουν έκταση 1.660 στρεμμάτων, ενώ το εργοστάσιο εμπλουτισμού θα έχει επιφάνεια 16.187 τ.μ.
Για την ανάπτυξη των κυρίων εγκαταστάσεων θα αποψιλωθεί έκταση 1.695,3 στρεμμάτων δάσους, από τα οποία τα 1449,5 στρ. είναι δάση οξυάς και τα 245,6 στρ. δρυοδάση. Για την ανάπτυξη των συνοδών έργων (οδοποιία, αποθεσιοθάλαμοι εδαφικού υλικού κλπ) θα αποψιλωθεί έκταση 791,2 στρεμμάτων, από τα οποία 551,8 στρεμ. δάση οξιάς, 98 στρεμ. δρυοδάση και 141,6 στρεμ. δάση αείφυλλων-πλατύφυλλων [βλπ. κύρια ΜΠΕ, κεφ. 7, παραγρ. 7.2.1. & 7.2.3.].
Η διάρκεια ζωής του έργου υπολογίζεται σε τουλάχιστον 30 έτη [κεφ. 2 παραγρ. 2.2.3.της κύριας ΜΠΕ].
Επίσης, στις Σκουριές θα φθάνει γραμμή μεταφοράς ηλ. ενέργειας, μήκους 3.079,59 μ., για την κατασκευή της οποίας θα απαιτηθεί αποψίλωση δάσους οξυάς και δρυός, άγνωστης έκτασης.[κεφ. 4, παργρ.4.2.7. της ΜΠΕ].
Οι εγκαταστάσεις απόθεσης αποβλήτων χωροθετούνται στα υδατορρεύματα Καρατζάς Λάκκος και Λοτσάνικο και προϋποθέτουν την κατασκευή δύο φραγμάτων στις κοίτες τους και εκτροπή των υδάτων τους με περιμετρικά κανάλια. Το πρώτο φράγμα θα έχει ύψος στον άξονα 143 μέτρων, στέψη μήκους 533 μέτρων και πλάτους 15 μέτρων, ενώ το δεύτερο θα έχει ύψος στον άξονα 131 μέτρων και στέψη μήκους 380 μέτρων και πλάτους 15 μέτρων [βλπ. ΜΠΕ κεφ. 5, παραγρ. 5.3.4. και πίνακες 5.3.4.-4 & 5.3.4.-5]
γ) Στην Ολυμπιάδα : ανάπτυξη υφισταμένου μεταλλείου για την εκμετάλλευση χρυσοφόρου κοιτάσματος μικτών θειούχων 11,55 εκατομ. τόννων, και ανακαίνιση υφισταμένου εργοστασίου εμπλουτισμού. Η διάρκεια ζωής των έργων εκτιμάται σε τουλάχιστον 23 έτη [κεφ. 2 παραγρ. 2.2.4. κύριας ΜΠΕ].
δ) Στην περιοχή του Μαντέμ Λάκκου : κατασκευή και λειτουργία τριών (3) εργοστασίων, ήτοι εμπλουτισμού, μεταλλουργικής κατεργασίας και παραγωγής θειικού οξέος, κατασκευή και λειτουργία αγωγού μεταφοράς θειικού οξέος, κατασκευή δεξαμενών αποθήκευσης θειικού οξέος, κατασκευή και λειτουργία εγκατάστασης απόθεσης στερεών αποβλήτων στον άνω ρου του υδατορρεύματος «Κοκκινόλακκα», και, τέλος, κατασκευή και λειτουργία υπογείου στοάς προσπέλασης, για τη σύνδεση των μεταλλείων με τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Η διάρκεια λειτουργίας των εργοστασίων μεταλλουργίας εκτιμάται σε 25 έτη τουλάχιστον [κεφ. 2, παραγρ. 2.2.5. κύριας ΜΠΕ ].
– Δεν δίδεται κάποια πληροφορία για τη συνολική έκταση των κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεων των εργοστασίων.
– Ομοίως δεν δίδεται πληροφορία για το μήκος του αγωγού μεταφοράς του θεϊκού οξέος από το Μαντέμ Λάκκο στις λιμενικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου, ούτε για την αποψίλωση δασών που συνεπάγεται η κατασκευή του.
– Η εγκατάσταση απόθεσης των στερεών αποβλήτων, στην οποίαν θα αποτίθενται τα απόβλητα των μεταλλείων Μαύρων Πετρών και Ολυμπιάδας, αλλά και των εργοστασίων μεταλλουργίας, συνίσταται στη δημιουργία ενός χώρου εντός της κοίτης του Κοκκινόλακκα, ο οποίος θα προκύψει από την κατασκευή δύο λιθόρριπτων φραγμάτων, ένα ανάντι και ένα κατάντι. Το πρώτο θα έχει ύψος 40 μέτρων, στέψη μήκους 220 μέτρων και πλάτους 10 μέτρων, ενώ το δεύτερο θα έχει ύψος 90 μέτρων, στέψη μήκους 530 μέτρων και πλάτους από 10 έως 200 μέτρα. Το μήκος της εγκατάστασης απόθεσης μεταξύ των δύο φραγμάτων θα είναι 650 μέτρα και η χωρητικότητα της θα ανέλθει σε 10.470.000 κυβ. μέτρα..
Τα ύδατα του Κοκκινόλακκα θα εκτραπούν από το ανάντι φράγμα με σήραγγα εκτροπής μήκους 1.220 μέτρων [βλπ. κεφ. 5, παραγρ. 5.5.4.]. – Η στοά προσπέλασης θα έχει μήκος εννέα (9) περίπου χλμ. και διατομή με ωφέλιμες διαστάσεις 6μ. Χ 6μ. (ώστε να κινούνται ανέτως βαρέα φορτωτικά μηχανήματα) και θα χρησιμεύσει για τη μεταφορά μεταλλεύματος, από το μεταλλείο της Ολυμπιάδας στο εργοστάσιο εμπλουτισμού του Μαντέμ Λάκκου [βλπ. κεφ. 5 παραγρ. 5.5.3. ]. Τέλος, πρέπει να τονισθεί, ότι κατά την επί δεκαετίες λειτουργία των έργο3ν, θα γίνεται μεταφορά συμπυκνωμάτων από τις Σκουριές στις εγκαταστάσεις του Μαντέμ Λάκκου. Όπως προκύπτει από την ΜΠΕ (κεφ. 4 παραγρ. 4.2.6.), η μεταφορά αυτή θα γίνεται σε καθημερινή βάση, 16 ώρες το 24ωρο, με 21 δρομολόγια φορτηγών άνω των 20 τόνων, σε διαδρομή 23 χιλιομέτρων, εκ των οποίων τα 18 χιλιόμετρα διασχίζουν τα αρχέγονα δάση του Κάκκαβου, εντός του Καταφυγίου Αγρίας Ζωής «Σκουριές-Καστέλι-Κάκκαβος».
3.3. Συνολικώς, η ανάπτυξη του εγκριθέντος σχεδίου θα αφανίσει 3.238 στρέμματα πυκνού δασούς οξυάς, δρυός και πλατυφύλλων-αείφυλλων [ πίνακας 7.5.1.-1, κεφ. 7. παρ. 7.5.1.1. της ΜΠΕ]. Οι ανάγκες σε νερό θα ανέλθουν σε 5,1 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως μόνον για τις εγκαταστάσεις της Ολυμπιάδας, ενώ για το έργο στις Σκουριές αναφέρεται ότι θα αντλούνται 480 κυβικά μέτρα νερού κάθε ώρα [παραγρ. 5.10 της μη Τεχνικής Περίληψης, σελ. 5-19 επ.].
Σημειώνεται, ότι στην ΜΠΕ αποφεύγεται επιμελώς να καταγραφεί η εκτιμώμενη συνολική κατανάλωση νερού ολόκληρου του σχεδίου.
Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας θα ανέλθει στο δυσθεώρητο ύψος των 688.880 MWh (μεγαβατώρες) ετησίως, δηλαδή η ενέργεια που θα χρειάζεται το επίμαχο σχέδιο κάθε έτος, θα είναι μεγαλύτερη από την ενέργεια που χρειάζεται ολόκληρη η πόλη της Πάτρας [κεφ. 5 της ΜΠΕ, παραγρ. 5.2.7., 5.3.8., 5.4.7., 5.5.2.6.].
Τα έργα και οι δραστηριότητες του σχεδίου θα διαρκέσουν τριάντα (30) ολόκληρα έτη.
Υπό τα δεδομένα αυτά είναι βέβαιον, ότι ολόκληρη η βορειοανατολική Χαλκιδική θα μετατραπεί σε απέραντο βιομηχανικό πεδίο και θα απωλέσει οριστικώς την ιδιάζουσα οικολογική της φυσιογνωμία, ενώ οποιαδήποτε μελέτη αποκατάστασης εμφανίζεται ως κακόγουστη φάρσα σε βάρος των κατοίκων της.
4. Οι Αιτούντες.
Η Ιερισσός και η Μεγάλη Παναγία είναι οικισμοί της Χαλκιδικής, που έχουν ορισθεί ως έδρες των αιτούντων σωματείων και ευρίσκονται ενταγμένοι στο φυσικό περιβάλλον της, το οποίο θα θιγεί αμέσως ή εμμέσως από την υλοποίηση του επίμαχου επενδυτικού σχεδίου.
Το πρώτο και το δεύτερο των αιτούντων σωματεία περιλαμβάνουν ρητώς την προστασία του περιβάλλοντος μεταξύ των καταστατικών τους σκοπών.
Το τρίτο και τέταρτο των αιτούντων σωματεία μεριμνούν κατά τα καταστατικά τους για τα ζητήματα που απασχολούν τους κατοίκους της Ιερισσούς και της Μ. Παναγιάς αντιστοίχως.
Το πέμπτο των αιτούντων σωματείο έχει ως σκοπό την μελέτη των κοινωνικών, οικονομικών και επαγγελματικών προβλημάτων των αλιέων της ευρύτερης περιοχής της Ιερισσούς και την προώθηση των αντίστοιχων εννόμων συμφερόντων τους. Οι δραστηριότητες που εγκρίθηκαν με την προσβαλλόμενη πράξη, προσφέρονται εξ αντικειμένου να υποβαθμίσουν την ποιότητα και την ακεραιότητα των αλιευμάτων του κόλπου της Ιερισσούς, όπως ακριβώς συνέβη με τα αγροτικά προϊόντα της Βοιωτίας, που επιβαρύνθηκαν με βαρέα μέταλλα λόγω της συγκέντρωσης βιομηχανιών και της μόλυνσης του εδάφους και των υδάτων (Ασωπός).
Ο έκτος και έβδομος των αιτούντων δασικοί συνεταιρισμοί εκμεταλλεύονται, συντηρούν και προστατεύουν τα δασικά οικοσυστήματα της Ιερισσούς και της Μ. Παναγιάς, τα οποία όμως θα θιγούν αμέσως και εμμέσως από το επίμαχο βιομηχανικό σχέδιο. Ο όγδοος και ένατος των αιτούντων αγροτικοί συνεταιρισμοί μεριμνούν για τον πρωτογενή τομέα των περιοχών της Ιερισσούς και της Μ. Παναγίας, οι όροι για την βιώσιμη ανάπτυξη του οποίου θα επιδεινωθούν από την επίμαχη μεγάλης κλίμακας βιομηχανική δραστηριότητα. Τέλος, οι υπόλοιποι αιτούντες, φυσικά πρόσωπα, είναι μόνιμοι κάτοικοι της Ιερισσούς, και επομένως όλοι έχουν προφανές έννομο συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τους βάσιμους λόγους που ακολουθούν.
5. Λόγοι Ακυρώσεως.
5.Α. Άρθρο 106 του Συντάγματος.
Διότι η προσβαλλόμενη αντίκειται ευθέως προς τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 106 του Συντάγματος, οι οποίες προβλέπουν την υποχρέωση του Κράτους για την χάριν του δημοσίου συμφέροντος βιώσιμη αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, αφού αδειοδοτεί επενδυτικό σχέδιο ληστρικής και μη βιώσιμης εκμετάλλευσης του πολύτιμου και αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ ορυκτού πλούτου της Χαλκιδικής, από την οποίαν, όμως, εκμετάλλευση, το εθνικό Ταμείο δεν θα εισπράξει ούτε ένα (1) ευρώ.
Υπό το φως του υπερνομοθετικού κανόνος της βιώσιμου αναπτύξεως, η βούληση του συντακτικού νομοθέτη, εν προκειμένω, είναι σαφής και κατηγορηματική. Επιβάλλει μεν την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, αλλά την επιτρέπει μόνον εάν πληρούνται δύο προϋποθέσεις : Πρώτον, ότι η αξιοποίηση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψιν της και τις ανάγκες των επομένων γενεών, και δεύτερον, ότι από την αξιοποίηση αυτή προκύπτει ανάλογο του εύρους της όφελος, για το ελληνικό κράτος και τους πολίτες του.

5.Α.1. Εν προκειμένω, όπως σαφώς προκύπτει από την ΜΠΕ του επίμαχου σχεδίου, η προσβαλλόμενη που την ενέκρινε, επιτρέπει την εκμετάλλευση των χρυσοφόρων και λοιπών κοιτασμάτων της Χαλκιδικής, μέχρις εξαντλήσεως τους . Τα στοιχεία του φακέλλου επιβεβαιώνουν, ότι η Διοίκηση παρέλειψε να εξετάσει έναν πιο φειδωλό τρόπο αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της περιοχής, έναν τρόπο που θα άφηνε στις επόμενες γενεές τα περιθώρια να επωφεληθούν κι αυτές από τον πλούτο αυτόν.
Αντιθέτως, γίνεται φανερό, ότι μετά από τριάντα έτη λειτουργίας της εγκριθείσας εξορυκτικής/βιομηχανικής δραστηριότητας, η περιοχή της βορειανατολικής Χαλκιδικής θα είναι το μεν απογυμνωμένη από τον ορυκτό της πλούτο, το δε επιβεβαρυμένη από τις αναπόφευκτες και μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές πληγές.
5.Α.2. Εξ άλλου, όπως επίσης προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου, η αξιοποίηση των εν λόγω κοιτασμάτων της Χαλκιδικής, που εγκρίθηκε από την προσβαλλόμενη πράξη, δεν θα αποφέρει στο δημόσιο το αρμόζον ανταποδοτικό όφελος, δηλαδή το δίκαιο αντίτιμο, που η αναφερθείσα συνταγματική διάταξη απαιτεί, ως το αναγκαίο αντιστάθμισμα, αφενός για την παραχώρηση μεταλλείων και μεταλλευτικών δικαιωμάτων, δηλαδή εθνικού πλούτου, αφετέρου για τις “βίαιες” περιβαλλοντικές επιπτώσεις των αντιστοίχων δραστηριοτήτων της εξόρυξης και της μεταλλουργίας.
Όπως είναι γνωστό, τον Δεκέμβριο του 2003, το ελληνικό δημόσιο επώλησε τα μεταλλεία και τα σχετικά μεταλλευτικά δικαιώματα Στρατωνίου, Σκουριών και Ολυμπιάδας καθώς και το απόθεμα μεταλλευμάτων και τα πάγια στοιχεία ενεργητικού, αντί τιμήματος 11 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και χωρίς ανοικτό διαγωνισμό. Από το ανωτέρω ποσόν το ελληνικό δημόσιο δεν εισέπραξε ούτε ένα ευρώ, καθώς ολόκληρο το τίμημα, κατεβλήθη από τον μέχρι τότε εκμεταλλευτή απ’ευθείας στον αγοραστή, που είναι η πολυεθνική εταιρεία, στην επωνυμία της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη αδειοδότηση. Η σχετική σύμβαση «πωλήσεως» κυρώθηκε με το νόμο 3220/2004.
Στη συνέχεια όμως, η σύμβαση αυτή θεωρήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως κρατική ενίσχυση υπέρ του αγοραστή, κατά παράβαση του άρθρου 108 της Συνθήκης, η οποία μάλιστα αποτιμήθηκε σε 15,34 εκατομμύρια ευρώ, ποσόν που καλείται η Ελλάδα να ανακτήσει υποχρεωτικώς [βλπ. Απόφαση της Επιτροπής της 23.02.2011, αριθ. Ο48/2008].
Σημειώνουμε το διά ταύτα της ανωτέρω απόφασης της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο «η κρατική ενίσχυση ύψους 15,34 ευρώ, η οποία χορηγήθηκε παράνομα από την Ελλάδα, κατά παράβαση τον άρθρον 108 παρ. 3 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέρ της Ελληνικός Χρυσός Α.Ε., με την πώληση περιουσιακών στοιχείων και γης σε τιμή κατώτερη της αξίας τους και με απαλλαγή της υποχρέωσης καταβολής των συνδεομένων φόρων, με σκοπό την προστασία της απασχόλησης και του περιβάλλοντος, καθώς και τη δημιουργία κινήτρου για τους υποψηφίους αγοραστές των Μεταλλείων Κασσάνδρας, είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά».
Αλλά η Ελλάδα, αντί να φροντίσει να εισπράξει το ανωτέρω διόλου ευκαταφρόνητο ποσό μέχρι τον Ιούνιο του 2011, όπως είχε σαφή υποχρέωση εκ του άρθρου 3 του διατακτικού της ανωτέρω απόφασης της Επιτροπής, αδειοδότησε διά της προσβαλλομένης, το λίαν κερδοφόρο επενδυτικό σχέδιο του οφειλέτη της.
Σημειωτέον, ότι η Ελλάδα δεν επιθυμεί την είσπραξη του ποσού της απόφασης της Επιτροπής, καθώς ήδη άσκησε προσφυγή κατ’αυτής.
5.Α.3. Η απασχόληση του εργατικού δυναμικού, στην οποίαν στηρίχθηκε η Διοίκηση, είναι οπωσδήποτε σοβαρό κριτήριο, αλλά προφανώς δεν αρκεί από μόνο του, για να αντισταθμίσει την παραχώρηση εθνικού πλούτου αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων και τις μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Εξ άλλου, οι φόροι, που θα καταβάλλει ο φορέας της δραστηριότητας δεν έχουν χαρακτήρα αντιπαροχής κι επομένως ούτε αυτοί συνιστούν το συνταγματικό αντιστάθμισμα. Κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο που παράγει εισόδημα στη χώρα φορολογείται.
Όσον αφορά την «οικονομική» μελέτη του παραρτήματος Ι Χ της ΜΠΕ, σύμφωνα με την οποίαν, για κάθε ευρώ της επίμαχης επένδυσης υπάρχει, δήθεν, απόδοση 3,13 ευρώ στην εθνική οικονομία, θα αποδείξουμε ότι τα συμπεράσματα της είναι απολύτως ανακριβή και παραπλανητικά. Σε κάθε περίπτωση η μελέτη αυτή ουδέν εχέγγυο αξιοπιστίας παρέχει, διότι καταρτίσθηκε από τον φορέα της επένδυσης και όχι από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών ή από κάποιον ανεξάρτητο διεθνή ή ημεδαπό οικονομικό Οίκο.
5.Α.4. Ο Μεταλλευτικός Κώδικας (ν.δ. 210/1973) είναι το πλέον απηρχαιωμένο των νομοθετημάτων και μετά την ισχύν του Συντάγματος 1975, όλες οι διατάξεις του, που επιτρέπουν την εκμετάλλευση του εθνικού ορυκτού πλούτου, δίχως το οποιοδήποτε οικονομικό αντάλλαγμα υπέρ του δημοσίου, είναι ευθέως αντίθετες προς τη διάταξη του άρθρου 106 Σ.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η προσβαλλόμενη πράξη αδειοδοτεί βιομηχανική και εξορυκτική δραστηριότητα, η οποία θα εκμεταλλευθεί μέχρις εξαντλήσεως τον μεταλλευτικό/ορυκτό πλούτο της Χαλκιδικής, κληροδοτώντας την με οδυνηρές περιβαλλοντικές πληγές, δίχως να αφίεται στις επόμενες γενεές περιθώριο να επωφεληθούν κι αυτές από τον πλούτο της και δίχως ουσιαστικό οικονομικό όφελος για το δημόσιο. Με άλλα λόγια, η προσβαλλόμενη επιτρέπει μία ληστρική, τριτοκοσμικού τύπου εκμετάλλευση εθνικού πλούτου και επομένως ακυρωτέα τυγχάνει ως ευθέως αντίθετη με τις αναφερθείσες συνταγματικές επιταγές.
5.Β. Άρθρο 24 Συντάγματος.
Διότι η προσβαλλόμενη αντίκειται ευθέως προς τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος, που καθιερώνει την υποχρέωση του κράτους για προληπτική και αποκαταστατική δράση στην προστασία του περιβάλλοντος, όπως αυτή εμπλουτίζεται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 191 Συνθ. Ε.Κ., κατά το οποίο η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος στηρίζεται στις αρχές της πρόληψης, της προφύλαξης και της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή, αφού αδειοδοτεί την επίμαχη βιομηχανική/εξορυκτική δραστηριότητα με διάφορους όρους προστασίας και αποκατάστασης του περιβάλλοντος, η τήρηση, όμως, των οποίων τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της ασκήσεως καταγγελίας από τον αδειοδοτηθέντα ιδιωτικό φορέα, της σύμβασης, που αυτός συνήψε με το ελληνικό δημόσιο και η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3220/2004. Πιο συγκεκριμένα :
5.Β.1. Σύμφωνα με την παράγραφο 3.4. του άρθρου 3 της κυρωθείσης με το ν. 3220/2004 συμβάσεως μεταξύ του δημοσίου και της Ελληνικός Χρυσός Α.Ε. «το επενδυτικό σχέδιο, όπως θα εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές, θεωρείται παράρτημα της παρούσας και αναπόσπαστο μέρος της και θα δεσμεύει τα μέρη σύμφωνα με τους όρους της έγκρισης . . . .». Περαιτέρω, το άρθρο 4 της σύμβασης προβλέπει, ότι «η μη εκπλήρωση από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει με την παρούσα σύμβαση συνιστά λόγο καταγγελίας αυτής. Η καταγγελία γίνεται με κοινοποίηση σχετικού εγγράφου και συνεπάγεται λύση της σύμβασης και αναστροφή της μεταβίβασης σύμφωνα με τους όρους της παρούσας……..Λόγους καταγγελίας με τις ίδιες ως άνω συνέπειες συνιστούν α) η μονομερής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ουσιώδης βλαπτική για την αγοράστρια μεταβολή των όρων της σύμβασης και του καθεστώτος αδειών και εγκρίσεων τον επενδυτικού σχεδίου με τη θέσπιση νομοθετικών ή/και κανονιστικών ρυθμίσεων καθώς και με τη λήψη άλλων πάσης φύσεως διοικητικών μέτρων, και, β) η διακοπή των εργασιών υλοποίησης του εν λόγω επενδυτικού σχεδίου ή της παραγωγικής του λειτουργίας κατόπιν δικαστικής απόφασης που έχει σχέση με το ανωτέρω καθεστώς»
Τέλος, στο άρθρο 1 της σύμβασης προβλέπεται ότι «η αγοράστρια δεν έχει καμία υποχρέωση και ευθύνη για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος εν γένει ή απορρέουσα από τον Μεταλλευτικό Κώδικα, τον Κ.Μ.Λ.Ε., τις ΚΥΑ περιβαλλοντικών όρων, τις εγκρίσεις τεχνικών μελετών και τις λοιπές εν γένει διοικητικές πράξεις, εγκρίσεις ή άδειες, μετά από την αναστροφή της πώλησης σύμφωνα με το άρθρο 4 της παρούσας».
5.Β.2. Είναι σαφές, ότι οι ανωτέρω ειδικοί όροι της σύμβασης δίδουν τη δυνατότητα στον φορέα της επίμαχης δραστηριότητας να ανατρέψει τον θεμέλιο λίθο της προσβαλλόμενης αδειοδότησης, δηλαδή τους τεθέντες όρους για την πρόληψη, προφύλαξη και αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος, οψέποτε συντρέξει ή οψέποτε θεωρηθεί από την «αγοράστρια», ότι συντρέχει λόγος καταγγελίας.
Σημειωτέον, ότι κατά την κρατήσασα στο αστικό δίκαιο θεωρία, η καταγγελία επιφέρει αμέσως τα αποτελέσματα της, δηλαδή η άσκηση της συνεπάγεται πάντοτε τη λύση της συμβατικής σχέσης, και αν αυτή έγινε ακαίρως, οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις μετατρέπονται σε δευτερογενείς ενοχές προς αποζημίωση.
Και εάν μεν ο λόγος καταγγελίας συντρέξει και η καταγγελία ασκηθεί πριν την έναρξη υλοποίησης του επίμαχου επενδυτικού σχεδίου, τότε έχει καλώς.
Εάν όμως, η καταγγελία ασκηθεί μετά από μερικά έτη λειτουργίας της επίμαχης δραστηριότητας, όταν δηλαδή, θα υπάρχουν τετελεσμένα γεγονότα αποψίλωσης δασών, εξορυκτικών στοών δίχως λιθογόμωση, επιφανειακών ορυγμάτων, τροποποιημένων υδατικών συστημάτων, εγκαταστάσεων παραγωγής, αποθήκευσης και μεταφοράς θειικού οξέος και κυανυούχου νατρίου κλπ., τότε, όλοι οι όροι, που τίθενται από την προσβαλλόμενη, χάριν της αποτελεσματικής προστασίας του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της Χαλκιδικής, θα παύσουν de facto να ισχύουν.
Διότι, στην περίπτωση αυτή, μόλις η καταγγελία περιέλθει στο ελληνικό δημόσιο, ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου δύναται να παύσει αμέσως κάθε δραστηριότητα στην περιοχή και να απέχει από κάθε προληπτική και αποκαταστατική περιβαλλοντική δράση, επικαλούμενος τις περιβληθείσες ισχύν τυπικού νόμου διατάξεις της σύμβασης, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και αναμένοντας υπομονετικά ν’ αποφανθούν τα αστικά δικαστήρια επί ζητημάτων αποζημιώσεων.

Με άλλα λόγια, οι κάτοικοι της Χαλκιδικής καλούνται να ζήσουν τις επόμενες δεκαετίες, υπό το φονικό άγχος του περιβαλλοντικού εφιάλτη, που θα τους κληροδοτήσει η ενδεχόμενη ανώμαλη εξέλιξη της συμβατικής σχέσης του δημοσίου με την αδειοδοτηθείσα εταιρεία!
Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί, ότι οι κάτοικοι της Χαλκιδικής έχουν πικρή εμπειρία από τα οδυνηρά κατάλοιπα προγενέστερων εξορυκτικών δραστηριοτήτων. Με τη σύμβαση πώλησης των μεταλλείων το 2003, τόσον ο απερχόμενος εκμεταλλευτής όσον και ο εγκαθιστάμενος, απαλλάχθηκαν από κάθε ευθύνη περιβαλλοντικής αποκατάστασης, για τις μέχρι τότε επελθούσες βλάβες. Συνεπεία τούτου, τα λεγόμενα «παλαιά τέλματα της Ολυμπιάδας» είναι μέχρι σήμερα χαίνουσες πληγές στη φύση της Χαλκιδικής και πηγές κινδύνου για την υγεία των κατοίκων της.
5.Β.3. Επομένως, η απουσία από το σώμα της προσβαλλόμενης πράξης ρητού και δεσμευτικού όρου, προβλέποντος, ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, ο φορέας της επένδυσης υποχρεούται να αποκαταστήσει τις μέχρι τότε επελθούσες ζημίες και να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας για τις επικίνδυνες τοξικές ουσίες της δραστηριότητας του και εν γένει για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και την αποτροπή περαιτέρω περιβαλλοντικών βλαβών, συμπαρασύρει αυτήν σε ολική ακυρότητα .
Και τούτο, διότι, ελλείψει τέτοιου όρου, η προσβαλλόμενη αδυνατεί απολύτως να επιτελέσει την προστατευτική του περιβάλλοντος αποστολή της, όπως αυτή υπαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο, από το άρθρο 24 του Συντάγματος και από τον νόμο 1650/1986.
5.Γ. Οδηγία 2001/42/ΕΚ.
Διότι το εγκριθέν σχέδιο, αν και εμπίπτει προφανώς στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ, ως εκ της φύσης του, του εύρους του και των συντριπτικών περιβαλλοντικών του επιπτώσεων, εν τούτοις δεν υποβλήθηκε στη διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης που καθιερώνουν οι διατάξεις της, ούτε εξεδόθη αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας δημόσιας αρχής δικαιολογούσα την μή υποβολή του σε τέτοια διαδικασία, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παραγρ. 3 της Οδηγίας.
5.Γ.1. Η επίμαχη δραστηριότητα συνιστά ένα εκτεταμένο και πολυεπίπεδο εξορυκτικό και βιομηχανικό σχέδιο, η υλοποίηση του οποίου συνεπάγεται την κατασκευή και λειτουργία : υπόγειων και επιφανειακών ορυχείων, εργοστασίων τήξης ορυκτών υλών και εργοστασίων παραγωγής και επεξεργασίας μεταλλευμάτων, δηλαδή ολοκληρωμένων (καθέτων) μεταλλουργικών βιομηχανιών, εργοστασίου παραγωγής θειικού οξέος, δεξαμενών αποθήκευσης θειικού οξέος, αγωγού μεταφοράς θειικού οξέος, εγκαταστάσεων για τη διάθεση αποβλήτων, εμπορικών λιμενικών εγκαταστάσεων για προσέγγιση πλοίων εκτοπίσματος άνω των 1350 τόνων, έργων διευθέτησης υδατορρευμάτων, έργων άντλησης υπογείων υδάτων, έργων οδοποιίας και έργων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας με εναέρια καλώδια. Επίσης, το σχέδιο συνεπάγεται εκτεταμένη αποδάσωση, αλλά και τεράστια κατανάλωση φυσικών πόρων, δηλ. νερού και ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Γενική Εισαγγελεύς του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, Juliane Kokott, στις από 4-3-2010 προτάσεις της επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-105/09 & C-110/09, χρησιμοποιεί για την ερμηνεία του όρου «πλαίσιο» της διάταξης της παραγρ. 2 περιπτ. α’ του άρθρου 3 της Οδηγίας, το κριτήριο της περίπτωσης α’ του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας, αποφαίνεται, ότι η Οδηγία ΣΕΠΕ στηρίζεται σε μία διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του «πλαισίου» [σκέψη 64] και διαπιστώνει, ότι ένα σχέδιο ή πρόγραμμα θέτει ένα πλαίσιο, εφόσον λαμβάνονται αποφάσεις, οι οποίες επηρεάζουν την ενδεχόμενη εν συνεχεία έγκριση έργων, ιδίως όσον αφορά τον τόπο, τη φύση, το μέγεθος και τις συνθήκες λειτουργίας, είτε με τη χορήγηση πόρων. Σημειώνεται, ότι για «τη χορήγηση πόρων», ο εκδοθείς από την Commission Οδηγός Εφαρμογής της Οδηγίας, αναφέρει ότι οι πόροι μπορεί να είναι οικονομικοί ή φυσικοί η ακόμη και ανθρώπινοι. O ίδιος Οδηγός περιέχει κατατοπιστικές διευκρινίσεις για την έννοια του όρου «πλαίσιο» [βλπ. παραγράφους 3.22 έως 3.30 του κεφαλαίου 3 του Οδηγού].
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, καθίσταται σαφές, ότι η προσβαλλόμενη θέτει ένα σαφές και συγκεκριμένο πλαίσιο, εντός του οποίου θα κινηθεί η διαδικασία της κατ’ ιδίαν αδειοδότησης του πλήθους των έργων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και που ανήκουν όλα, είτε στο παράρτημα Ι είτε στο παράρτημα II της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ (όπως τροποποιηθείσα με την Οδηγία 97/11 ισχύει), τόσον ως προς τον τόπο χωροθέτησής τους, τη φύση, το μέγεθος και τις συνθήκες λειτουργίας τους, όσον και ως προς τη χορήγηση των απαιτούμενων φυσικών πόρων.
Επομένως, στην ένδικη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της περίπτωσης α” της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της Οδηγίας.
5.Γ.2. Όλες οι εγκαταστάσεις του επίμαχου σχεδίου κυριολεκτικώς περικυκλώνονται από τόπους, που έχουν ενταχθεί στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Νατούρα 2000 και συγκεκριμένα από την Ειδική Ζώνη Διατήρησης (ΕΖΔ) του όρους Χολομώντας εκτάσεως 15.543 ha με κωδικό ΟΚ 1270001, από την ομώνυμη Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) εκτάσεως 26.414 ha με κωδικό ΟΚ 1270012 και από την ΕΖΔ Όρος Στρατωνικό-Κορυφή-Σκαμνί, εκτάσεως 8.128 ha, με κωδικό ΟΚ 1270005.
Δεδομένων, της φύσης του εγκριθέντος σχεδίου, της μεγάλης του κλίμακας και κυρίως της μακρόχρονης διάρκειας του, είναι αντικειμενικώς αδύνατον ν’αποκλεισθεί η πρόκληση σημαντικών επιπτώσεων από την κατασκευή και λειτουργία του στους ανωτέρω προστατευόμενους τόπους [ ΔΕΚ 0-127/02 ].
Επομένως, στην ένδικη περίπτωση υπήρχε σαφής υποχρέωση για ειδική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του σχεδίου στους εν λόγω τόπους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 & 7 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Σημειώνεται, ότι ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός, ότι οι περισσότερες εγκαταστάσεις ευρίσκονται εκτός των ορίων των προστατευομένων περιοχών [βλπ. απόφαση ΔΕΚ της 10-1-2006, υπόθεση Ο 98/03].
Συνεπώς, το επίμαχο σχέδιο πληρεί και τις προϋποθέσεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της Οδηγίας.
5.Γ.3. Εφόσον, όπως ανωτέρω κατεδείχθη, το εγκριθέν σχέδιο πληρεί αναμφίβολα τα κριτήρια αμφοτέρων των περιπτώσεων α’& β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ, αλλά αφορά τοπικό επίπεδο (πάντως όχι και μικρή περιοχή), κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της Οδηγίας, έπρεπε να υποβληθεί σε ειδική διαδικασία κρίσης από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, περί των σημαντικών ή όχι περιβαλλοντικών του επιπτώσεων, ώστε να αποφασισθεί, εάν θα υποβληθεί στην προβλεπόμενη από την Οδηγία περιβαλλοντική εκτίμηση.
Μάλιστα, όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 & 2 και του παραρτήματος II της μεταφέρουσας την Οδηγία ΚΥΑ 107017/ 2006 (ΦΕΚ Β 1225/2006), το εγκριθέν σχέδιο επεβάλετο να υποβληθεί στη διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου του άρθρου 5 αυτής, προκειμένου να κριθεί, εάν θα υποβληθεί ή όχι σε Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση, με ειδικώς αιτιολογημένη και εκτελεστή απόφαση της αρμόδιας αρχής, δηλαδή της ΕΥΠΕ του Υπουργείου Περιβάλλοντος.
Πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως, ότι εν προκειμένω, δεν είναι νοητή η περίπτωση αρνητικής απόφασης της αρμόδιας αρχής, δηλ. η άρνηση υποβολής του επίμαχου σχεδίου σε ΣΕΠΕ. Εξ ορισμού, οι εξορυκτικές και μεταλλουργικές δραστηριότητες συνιστούν μία από τις βαναυσότερες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον, πόσο μάλλον η επίμαχη, της οποίας η κλίμακα είναι πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα. Και μόνον ο αφανισμός 3.500 στρεμμάτων αρχέγονων δασών θα αρκούσε για την υποβολή της σε ΣΕΠΕ.
Άλλωστε, ο Οδηγός Εφαρμογής της Οδηγίας, σε ό,τι αφορά την παράγραφο 3 του άρθρου 3, διευκρινίζει, ότι “καίριο κριτήριο για την εφαρμογή της Οδηγίας δεν είναι το μέγεθος της καλυπτόμενης περιοχής, αλλά το αν το σχέδιο ή πρόγραμμα ενδέχεται να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις” [ βλπ. παραγρ. 3.35 του Οδηγού].
Εν προκειμένω, δεν προηγήθηκε της έκδοσης της προσβαλλομένης, οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας αρχής, δικαιολογούσα την μη υποβολή του εγκριθέντος σχεδίου στη διαδικασία της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ, και επομένως αυτή ακυρωτέα τυγχάνει, ως αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 αυτής και ως εκδοθείσα κατά παράβαση του ουσιώδους τύπου της διαδικασίας που καθιερώνουν οι αναφερθείσες διατάξεις της ΚΥΑ 107017/ 2006.
5.Γ.4. Τέλος, αξίζει να τονισθεί, ότι η μη υποβολή του εγκριθέντος σχεδίου στη διαδικασία της Οδηγίας 2001/42 έχει ως κύριο αποτέλεσμα τη νόθευση/καταστρατήγηση των κεντρικών στόχων της, που είναι η υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος και η ενσωμάτωση του περιβαλλοντικού κριτηρίου στην προετοιμασία σχεδίων και προγραμμάτων με σκοπό τη προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Είναι σαφές, ότι η Οδηγία καθιερώνει για όλα τα σχέδια και προγράμματα, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, ένα αυτοτελές στάδιο εκτίμησης με αμιγώς περιβαλλοντικά κριτήρια, απολύτως διακριτό του σταδίου της τελικής έγκρισης. Στο τελευταίο αυτό εμφιλοχωρούν και κοινωνικά, οικονομικά ή άλλης τάξεως κριτήρια. Αποκαλυπτική εν προκειμένω είναι η διευκρίνιση που δίδεται από τον Οδηγό Εφαρμογής της Οδηγίας, για την ερμηνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 4 (βλπ. παραγρ. 4.2 του Οδηγού) : “Για να μπορούμε να μιλάμε για ορθή πρακτική, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχεδίων και προγραμμάτων θα πρέπει να επηρεάζει τον τρόπο κατάρτισης αυτών τούτων των σχεδίων και προγραμμάτων. Όταν ένα σχέδιο ή πρόγραμμα είναι ακόμη σχετικά ρευστό, μπορεί να είναι πιο εύκολο να απομακρύνουμε στοιχεία τα οποία ενδέχεται να έχουν ανεπιθύμητες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, απ’ ότι όταν το σχέδιο ή πρόγραμμα έχει ολοκληρωθεί”.
Στην ένδικη περίπτωση, όμως, η Διοίκηση περιορίσθηκε στην έγκριση ενός πλήρως καταστρωμένου τεχνικού συστήματος έργων, με δεδομένα όλα τα επιμέρους στοιχεία του, δίχως να υπάρξει στάδιο αμιγούς περιβαλλοντικής του εκτίμησης, κατά την εκπόνηση του, και επομένως ουδέν περιθώριο κατέλειπε για την προσαρμογή του σε πιο βιώσιμες και περιβαλλοντικώς πιο αποτελεσματικές λύσεις (βλπ. αιτιολογική σκέψη 5 της Οδηγίας).

Για τον ίδιο ανωτέρω λόγο, είναι προφανές, ότι η όποια διαβούλευση προηγήθηκε της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληρεί τις απαιτήσεις των άρθρων 6, 8 και 9 της Οδηγίας.
5.Δ. Οδηγία 92/43/ΕΟΚ.
Διότι, αν και το εγκριθέν σχέδιο προσφέρεται, κατ’αντικειμενική κρίση, να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις σε περιοχές ενταχθείσες στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Νατούρα 2000, εν τούτοις η προσβαλλόμενη εξεδόθη, στηριχθείσα σε Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, στην οποίαν δεν πραγματοποιείται η ειδική εκτίμηση των περιβαλλοντικών του επιπτώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας.
5.Δ.Ι. Όπως ανωτέρω ελέχθη, όλες οι εγκαταστάσεις του επίμαχου
σχεδίου κυριολεκτικώς περικυκλώνονται από τόπους, που έχουν ενταχθεί στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Νατούρα 2000 και συγκεκριμένα από την Ειδική Ζώνη Διατήρησης (ΕΖΔ) του όρους Χολομώντας εκτάσεως 15.543 ha, με κωδικό ΟΚ 1270001, από την ομώνυμη Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) εκτάσεως 26.414 ha με κωδικό ΟΚ 1270012 και από την ΕΖΔ Ορος Στρατωνικό-Κορυφή-Σκαμνί, εκτάσεως 8.128 ha, με κωδικό ΟΚ 1270005.
Μάλιστα η τελευταία ανωτέρω ΕΖΔ ευρίσκεται “εγκλωβισμένη” μεταξύ των εγκαταστάσεων της Ολυμπιάδας και του Στρατωνίου/Μαντέμ Λάκκου.
5.Δ.2. Οι όροι και οι προϋποθέσεις της ειδικής διαδικασίας περιβαλλοντικής εκτίμησης της Οδηγίας έχουν αποσαφηνισθεί από την Επιτροπή και από την νομολογία του ΔΕΚ.
Η Επιτροπή στις κατευθυντήριες γραμμές για το άρθρο 6 παρ. 3 & 4 της Οδηγίας
(European Commission, Managing Natura 2000 Sites: The Provisions of Article 6 of the Habitats Directive 92/43 ) διευκρίνισε ότι υπάρχουν δυο αρχικά στάδια, το screening και η κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεων, στα οποία προστίθενται, σύμφωνα με την παραγρ. 4 του άρθρου 6, ένα τρίτο στάδιο, δηλ. η εξέταση εναλλακτικών λύσεων και ένα τέταρτο, δηλ. η εκτίμηση των αντισταθμιστικών μέτρων.
Από τη νομολογία του ΔΕΚ αρκεί η αναφορά των «πιλοτικών» αποφάσεων επί των υποθέσεων, C-127/02 Waddenzee, C418/04 Επιτροπή κατά Ιρλανδίας και C441/03, Επιτροπή κατά Ολλανδίας.
5.Δ.3. Είναι απολύτως σαφές, ότι η κατασκευή και λειτουργία του εγκριθέντος σχεδίου συνεπάγεται μία βιομηχανική κοσμογονία στην βορειανατολική Χαλκιδική.
Η κοινή πείρα υποδεικνύει, ότι η χρήση εκρηκτικών, η έκλυση αερίων και στερεών ρύπων, η κίνηση βαρέων μηχανημάτων, η αποστράγγιση του υδροφόρου ορίζοντα, η έντονη και πολύβοη βιομηχανική δραστηριότητα, επί μία τριαντακονταετία, καθώς και η ευρεία αποδάσωση, είναι παράγοντες εξ αντικειμένου πρόσφοροι να υπονομεύσουν τους στόχους διατήρησης οποιωνδήποτε ΖΕΠ ή ΕΖΔ.
Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της φύσης του εγκριθέντος σχεδίου, της μεγάλης του κλίμακας και κυρίως της μακρόχρονης διάρκειας του, είναι αντικειμενικώς αδύνατον ν’αποκλεισθεί η πρόκληση σημαντικών επιπτώσεων από την κατασκευή και λειτουργία του στους ανωτέρω προστατευόμενους τόπους.
5.Δ.4. Το ΔΕΚ έχει κρίνει, ότι «νομοθετική διάταξη που αποκλείει χορήγηση άδειας σε εκπέμπουσες ρύπους εγκαταστάσεις, μόνον όταν αναμένεται ότι οι εγκαταστάσεις αυτές θα βλάψουν ιδιαίτερα μία συγκεκριμένη ΕΖΔ, η οποία ευρίσκεται εντός της ζώνης εκμετάλλευσης των εν λόγω εγκαταστάσεων, και, κατά συνέπεια, δεν λαμβάνονται υπόψιν οι επιβλαβείς επενέργειες σε εξωτερικούς των ζωνών αυτών τόπους, παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 6 παραγρ. 3 & 4 της Οδηγίας» βλπ. απόφαση ΑΕΚ της 10-1-2006 στην υπόθεση € – 98/03, Επιτροπή κατά Ομοσπ. Δημ. Γερμανίας – βλπ. στην ίδια δίκη το επιχείρημα της Επιτροπής «κατά τον ορισμό των έργων, των οποίων οι επιπτώσεις πρέπει να εκτιμώνται, η Οδηγία δεν διακρίνει ανάλογα με το εάν τα εν λόγω έργα εκτελούνται εκτός ή εντός ενός προστατευόμενου τόπου» – βλπ. επίσης τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως στην ίδια υπόθεση, σκέψεις 43 έως 46]. Επομένως, εκ μόνου του γεγονότος, ότι ένα έργο ή μία δραστηριότητα χωροθετείται εκτός των ορίων ενός προστατευόμενου τόπου, δεν προκύπτει απαλλαγή από την υποχρέωση διενέργειας της ειδικής εκτίμησης επιπτώσεων.
5.Δ.5. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, υπήρχε αδιαμφισβήτητη υποχρέωση να πραγματοποιηθεί ειδική εκτίμηση των επιπτώσεων της κατασκευής και λειτουργίας του επίμαχου σχεδίου σε όλες τις γειτονικές προστατευόμενες περιοχές, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 3 & 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Όμως, τέτοια ειδική εκτίμηση, ανταποκρινόμενη στις νομολογιακές αρχές Και απαιτήσεις του ΔΕΚ (περί των οποίων βλπ. ανωτέρω παραγρ. 5.Δ.2) δεν υπάρχει στην ΜΠΕ του εγκριθέντος σχεδίου.
Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την παραγρ. 7.5.3. του κεφαλαίου 7 της κύριας ΜΠΕ, καταγράφηκαν και αξιολογήθηκαν δίχως καμμία επιστημονική τεκμηρίωση, ως μη σημαντικές, οι επιπτώσεις μόνον εκείνων των επιμέρους έργων του σχεδίου τα οποία προβλέπεται να κατασκευασθούν εντός των ορίων των προστατευομένων περιοχών. Σε ό,τι αφορά τον Τ.Κ.Σ. (ΕΖΔ) Ορος Στρατωνικό-Κορυφή-Σκαμνί, με κωδικό ΟΚ 1270005, η ΜΠΕ έλαβε ως αφετηρία το γεγονός, ότι οι εκεί προβλεπόμενες εγκαταστάσεις της περιοχής Στρατωνίου ευρίσκονται εκτός των ορίων του και μοιραίως εκτίμησε τις επιπτώσεις ως μη σημαντικές [βλπ. παραγρ. 7.5.3.1.], ενώ τις επιπτώσεις των εγκαταστάσεων της Ολυμπιάδας στον ίδιο τόπο τις εκτίμησε ως μη σημαντικές, με την αιτιολογία ότι “οζ μεταλλευτικές εργασίες στην περιοχή λαμβάνουν χώρα για αρκετά χρόνια”
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις άλλες δύο περιοχές του δικτύου Νατούρα 2000, δηλ. την ΕΖΔ και ΖΕΠ όρος Χολομώντας, η ΜΠΕ απεφάνθη απλώς, ότι “εκτιμάται ότι δεν προκαλούνται αξιοσημείωτες επιπτώσεις””
Στις ανωτέρω αναφορές της ΜΠΕ εξαντλείται το κεφαλαιώδες ζήτημα της διερεύνησης των επιπτώσεων του σχεδίου στις προστατευόμενες από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ περιοχές.
Σε σχέση με την αντικοινοτική αντιμετώπιση των περιοχών του δικτύου “Νατούρα 2000 από την ΜΠΕ αξίζει να σημειωθούν και τα ακόλουθα :

α) στο κεφάλαιο 4, στο οποίο υποτίθεται ότι εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις, και δη στην παράγραφο 4.1.2. (βλπ. σελ. 4.1.-16) υπογραμμίζεται το γεγονός, ότι «η περιοχή ανάπτυξης του συνόλου της προτεινόμενης δραστηριότητας δεν βρίσκεται εντός των ορίων περιοχής που έχει ενταχθεί στο δίκτυο ΝΑΤΟΥΡΑ 2000» και εκτιμάται, ότι «με βάση τα παραπάνω οι επιπτώσεις στην περιβαλλοντική παράμετρο οικοσυστήματα-χλωρίδα-πανίδα θα είναι μη σημαντικές»
β) Στο ίδιο κεφάλαιο και δη στον Πίνακα 4.1.1-1 της παραγράφου 4.1.1.3., αναφέρεται ότι από την υλοποίηση του συνόλου του έργου δεν θίγεται καμία από τις προστατευόμενες περιοχές.
γ) Είναι χαρακτηριστικό, ότι σε πολλά σημεία της ΜΠΕ (όπως π.χ. στη σελ. 7.5.-20 του κεφ. 7 του υποκεφ 7.5. και στη σελ. 5-9 της παραγρ. 5.5 του κεφ. 5 της Μη Τεχνικής Περίληψης ) καταγράφεται μία πολύ σημαντική επίπτωση από την κατασκευή και λειτουργία του σχεδίου στην πανίδα, αλλά δεν αξιολογείται: η απομάκρυνση των ειδών σε όμορα ενδιαιτήματα. Όπως προκύπτει από τους χάρτες, τα όμορα ενδιαιτήματα που υπάρχουν γύρων από τις εγκαταστάσεις του σχεδίου είναι οι ανωτέρω αναφερθείσες ΕΖΑ και ΖΕΠ. Η μετακίνηση λοιπόν των ειδών στις περιοχές αυτές σημαίνει συνωστισμό των ειδών της πανίδας και αύξηση του ανταγωνισμού, αλλά κυρίως συρρίκνωση του ζωτικού τους χώρου! Οι μελετητές, αντί να αξιολογήσουν αυτή την καίρια επίπτωση σε σχέση με τους στόχους διατήρησης των Τ.Κ.Σ., όπως επιβάλλει η Οδηγία, συμπεραίνουν ανακουφισμένοι ότι δεν θα υπάρξει εξαφάνιση ειδών αλλά απλή μετακίνηση!
Εν κατακλείδι, η Διοίκηση δεν εφήρμοσε, την υποχρεωτική εν προκειμένω, ειδική διαδικασία εκτίμησης, που επιβάλλουν οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 της Οδηγίας και μοιραίος παρέλειψε να ανταποκριθεί και στις υποχρεώσεις της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου και επομένως, η προσβαλλόμενη ακυρωτέα για τους λόγους αυτούς τυγχάνει.
5.Ε. Οδηγία 87/335/ΕΟΚ
Διότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη στηριχθείσα σε Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία καταστρατηγεί τις σημαντικές διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 5 (όπως τροποποιηθέν διά της Οδηγίας 97/11 ισχύει) και του σημείου 2 του παραρτήματος IV της Οδηγίας 85/33 7/ΕΟΚ, αφού παραλείπει να εκτιμήσει και αξιολογήσει τις πλέον ενδεδειγμένες εναλλακτικές λύσεις.
5.Ε.1. Είναι γνωστό, ότι η Οδηγία 85/337/ΕΟΚ εκφράζει και εξειδικεύει την κατοχυρωμένη στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο αρχή της πρόληψης και ότι οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αποτελούν τα βασικά εργαλεία για την εφαρμογή της αρχής αυτής (ολ. ΣτΕ 3478/2000). Επομένως, είναι προφανές, ότι η απαίτηση των ανωτέρω διατάξεων της Οδηγίας, περί αναφοράς των κυριότερων εναλλακτικών λύσεων, που εξετάσθηκαν από τον κύριο του έργου και κατάδειξης των κύριων λόγων της τελικής επιλογής έχει κεφαλαιώδη σημασία, ιδίως σε πολύπλοκα, πολυεπίπεδα και εκτεταμένα έργα, όπως το επίδικο, καθώς ο σκοπός της Οδηγίας συνίσταται στην επιλογή της πλέον ανώδυνης για το περιβάλλον λύσης.
5.Ε.2. Πρέπει, περαιτέρω να ληφθεί υπόψιν, ότι στις περιπτώσεις δραστηριοτήτων με χωροθετική εξάρτηση από τις εξορυσσόμενες πρώτες ύλες, όπως η επίδικη, τα περιθώρια διερεύνησης και ανεύρεσης εναλλακτικών λύσεων χωροθέτησης των σχετικών εγκαταστάσεων εξ αντικειμένου στενεύουν. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές η απαιτούμενη εξέταση εναλλακτικών λύσεων αφορά προέχοντος το εύρος της εξόρυξης και τα μεγέθη των εγκαταστάσεων και των επιμέρους έργων, με άλλα λόγια την ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του εκάστοτε σχεδίου.
5.Ε.3. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το κεφάλαιο 4 της κύριας ΜΠΕ, ο κύριος του εγκριθέντος σχεδίου, εξέτασε και αξιολόγησε (όπως αξιολόγησε) τη μηδενική λύση σε σχέση με το δεδομένης κλίμακας και φύσης σχέδιο του, και στη συνέχεια, εναλλακτικές λύσεις, για τη χωροθέτηση των επιμέρους εγκαταστάσεων, για τις μεθόδους εξόρυξης και για τις μεθόδους επεξεργασίας/κατεργασίας των μεταλλευμάτων.
Ουδόλως, όμως, εξετάσθηκαν διαφορετικοί τρόποι ανάπτυξης του σχεδίου, σε σχέση με το εύρος του και την κλίμακα του, αλλά, αντιθέτως, υπεβλήθη σε περιβαλλοντική εκτίμηση ένα πλήρως καταστρωμένο σύστημα έργων και δραστηριοτήτων τεράστιας κλίμακας, με δεδομένα στοιχεία και δεδομένα μεγέθη. Ειδικώτερα, δεν εξετάσθηκε εναλλακτικό σχέδιο με μικρότερο όγκο και εύρος εξόρυξης (π.χ. το σενάριο της μη ανάπτυξης του πλέον περιβαλλοντοκτόνου νέου μεταλλείου των Σκουριών) ή εναλλακτικό σχέδιο ως προς τη διάρκεια της δραστηριότητας, ή ως προς την παράλειψη ίδρυσης καθετοποιημένων μονάδων εκμετάλλευσης ή ένα σενάριο με συνδυασμό όλων των ανωτέρω εκδοχών, που θα οδηγούσε σε μικρότερη κλίμακα του όλου σχεδίου.
5.Ε.4. Είναι, όμως, ολοφάνερο, ότι η ανάπτυξη του σχεδίου σε μικρότερη κλίμακα, είτε ως προς τον όγκο της εξόρυξης, είτε ως προς τη διάρκεια της, είτε ως προς τη καθετοποίηση της εκμετάλλευσης, συνεπάγεται πιο αμβλυμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα:
μικρότερη αποδάσωση, ολιγότερους και μικρότερης χωρητικότητας χώρους απόθεσης αποβλήτων, διασφάλιση της φέρουσας ικανότητας των υδατορρευμάτων, λιγότερες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια και νερό, μικρότερες ή και καθόλου νέες λιμενικές εγκαταστάσεις, ολιγότερα και πιο μικρής κλίμακας συνοδά έργα, ολιγότερες ποιοτικώς και ποσοστικως επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και στους Τ.Κ.Σ της περιοχής και επομένως διασφάλιση της ακεραιότητας τους στο διηνεκές, διαχειρίσιμη επέμβαση και όχι λεηλασία του υδροφόρου ορίζοντα κ.ο.κ.
5.Ε.5. Κατέστη σαφές, κατόπιν των ανωτέρω, ότι η Διοίκηση ενέκρινε το επίδικο σχέδιο δίχως να έχει σαφή εικόνα όλων των δυνατοτήτων ανάπτυξης του κατά τον πλέον βιώσιμο και περιβαλλοντικός αποτελεσματικό τρόπο. Η συμπεριφορά αυτή αντίκειται καταφανώς προς την αρχή της Πρόληψης και για τον λόγο αυτό η προσβαλλόμενη ακυρωτέα τυγχάνει.
5.Ε.6. Σημειωτέον, ότι η ανωτέρω παράλειψη της ΜΠΕ έχει αποφασιστική σημασία, για τον νομικό έλεγχο της ορθότητας της πραγματοποιηθείσας από τη Διοίκηση στάθμισης μεταξύ του προσδοκώμενου οφέλους από την εκτέλεση του σχεδίου και της επαπειλούμενης βλάβης στο φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία του.
5.ΣΤ. Οδηγία 2000/60/ΕΚ.
Διότι η προσβαλλόμενη επιτρέπει και εγκρίνει την αποστράγγιση του υδροφόρου ορίζοντα και τη χρήση των υπογείων υδάτων για τις βιομηχανικές δραστηριότητες του επίμαχου σχεδίου, δίχως να έχουν καταρτισθεί ούτε τα προβλεπόμενα από το άρθρο 13 της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ σχέδια διαχείρισης των οικείων λεκανών απορροής, ούτε τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 5, 6, & 8 μέτρα, ενώ, ταυτοχρόνως, αυτή επιτρέπει τροποποιήσεις των φυσικών χαρακτηριστικών των συστημάτων επιφανειακών και υπογείων υδάτων της περιοχής, δίχως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 4 της Οδηγίας.
5.ΣΤ.1. Κατά την παγία νομολογία του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται έργο διαχείρισης ή αξιοποίησης υδατικών πόρων, εάν δεν είναι ενταγμένο σε ευρύτερο προγραμματισμό διαχείρισης υδάτων σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού, όπως επιτάσσει η Οδηγία (Ολ ΣτΕ 1688/2005). Πρέπει να σημειωθεί, ότι τα έργα άντλησης υπογείων υδάτων για οποιονδήποτε λόγο και για οποιαδήποτε χρήση, καθώς και τα συστήματα τεχνικής αναπλήρωσης υπογείων υδάτων, υπόκεινται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ (βλπ. π.χ. Παράρτημα II περιπτ. ιβ και Παράρτημα Ι στοιχείο 11 της Οδηγίας). Δεδομένης, λοιπόν και της αυτοτέλειας των σχετικών έργων και δραστηριοτήτων, από την άποψη της εκτίμησης των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, η δραστηριότητα της άντλησης επί 30 έτη του υδροφόρου ορίζοντα μιας περιοχής και η χρήση των αντλούμενων υδάτων για βιομηχανικές ανάγκες, που εγκρίνει η προσβαλλόμενη, συνιστούν αναμφίβολα «έργα διαχείρισης και αξιοποίησης υδατικών πόρων», τα οποία πρέπει να προβλέπονται και να αιτιολογούνται στα επιβαλλόμενα από το άρθρο 13 της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ σχέδια διαχείρισης λεκανών απορροής.
Το γεγονός ότι η άντληση και χρήση των υπογείων υδάτων πραγματοποιείται ανεξαιρέτως σε κάθε εξορυκτική δραστηριότητα (όπως εκτίμησε η Ολ ΣτΕ 463/2010 σε σχέση με την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων του ν. 1739/1987 ), είναι απολύτως αδιάφορο εξ απόψεως εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, τις οποίες καθιερώνει η Οδηγία 2000/60/ΕΚ.
Εν πάση περιπτώσει η αποστράγγιση του υδροφόρου ορίζοντα επί δεκαετίες, για τις ανάγκες της εξορυκτικής δραστηριότητας, συνιστά αναμφίβολα «τροποποίηση των φυσικών χαρακτηριστικών συστήματος υπογείων υδάτων» κατά την έννοια της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ και επιτρέπεται εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 προϋποθέσεις.
5.ΣΤ.2. Όπως προκύπτει από την ΜΠΕ [βλπ. κεφ. 5, παραγρ. 5.3.4. και πίνακες 5.3.4.-4 & 5.3.4.-5 αλλά και Παράρτημα III, μέρος Β’, υποκεφάλαιο Α.4.3.], η κατασκευή και λειτουργία του επίμαχου σχεδίου συνεπάγεται την τροποποίηση των φυσικών χαρακτηριστικών συστημάτων υδάτων επιφανείας της περιοχής.

Οι εγκαταστάσεις απόθεσης αποβλήτων χωροθετούνται : α) στην υδρολογική λεκάνη του Ασπρόλακκα και δη στα συμβάλλοντα υδατορρεύματα Καρατζάς Λάκκος και Λοτσάνικο και προϋποθέτουν την κατασκευή δύο φραγμάτων στις κοίτες τους, ύψους 143 & 131 μέτρων και εκτροπή των υδάτων τους με περιμετρικά κανάλια, και, β) στην υδρολογική λεκάνη του Ασπρόλακκα και στην κοίτη του άνω ρου του Κοκκινόλακκα με κατασκευή ανάντι και κατάντι φραγμάτων και εκτροπή των υδάτων σε μήκος 1.220 μέτρων.
Μάλιστα, όπως αναφέρεται στο κεφ. 5.10. (σελ. 5-20) της μη Τεχνικής Περίληψης, στις Σκουριές, «η κατάληψη κοίτης θα αφορά φυσικά υδατορρεύματα συνολικού μήκους 4 χιλιομέτρων»
5.ΣΤ.3. Είναι προφανές, ότι με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ, η Ευρώπη εκφράζει τη βούληση της να διασφαλίσει στο διηνεκές την ποιότητα και την ποσότητα των υδάτων της.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας καθιερώνουν για τα κράτη μέλη σαφείς υποχρεώσεις, για τη λήψη αναγκαίων μέτρων προκειμένου να προληφθεί η υποβάθμιση της κατάστασης όλων των συστημάτων υπογείων και επιφανειακών υδάτων, για την προστασία, αναβάθμιση και αποκατάσταση τους, αλλά και για την προστασία και αναβάθμιση των τεχνητών και ιδιαιτέρως τροποποιημένων υδατικών συστημάτων.
Σε ό,τι αφορά τις σχεδιαζόμενες (και όχι τις υφιστάμενες) τροποποιήσεις υδατικών συστημάτων, οι ανωτέρω υποχρεώσεις «χαλαρώνουν» μόνον εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 4 της Οδηγίας, ήτοι α) λαμβάνονται όλα τα πρακτικώς εφικτά μέτρα για τον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων στην κατάσταση του υδατικού συστήματος, β) η αιτιολογία των τροποποιήσεων ή των μεταβολών εκτίθεται ειδικώς στο σχέδιο διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, γ) οι λόγοι για τις τροποποιήσεις ή τις μεταβολές αυτές υπαγορεύονται επιτακτικό, από το δημόσιο συμφέρον ή/και τα οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία από την επίτευξη των στόχων που εξαγγέλονται στην παράγραφο 1, υπερκαλύπτονται από τα οφέλη των νέων τροποποιήσεων για την υγεία των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη, δ) οι ευεργετικοί στόχοι τους οποίους εξυπηρετούν αυτές οι τροποποιήσεις ή μεταβολές των υδάτινων συστημάτων δεν μπορούν για τεχνικούς λόγους ή λόγω υπέρμετρου κόστους, να επιτευχθούν με άλλα μέσα που συνιστούν πολύ καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή. Επομένως, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί, ότι για τον σχεδιασμό νέων τροποποιήσεων δεν απαιτείται η προηγούμενη κατάρτιση των προβλεπομένων στο άρθρο 13 της Οδηγίας σχεδίων διαχείρισης, πάντως είναι σαφές, ότι δεν επιτρέπεται έγκριση έργων, που συνεπάγονται τροποποιήσεις των φυσικών χαρακτηριστικών υδατικών συστημάτων, εάν προηγουμένως δεν έχει προσηκόντως αποδειχθεί (π.χ. με κατάλληλη επιστημονική μελέτη, δημόσια διαβούλευση και ειδική εγκριτική πράξη, ειδικώς αιτιολογημένη) η συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων.
5.ΣΤ.4. Εν προκειμένω, ακόμη κι αν υποτεθεί, ότι στην ΜΠΕ του επίμαχου σχεδίου και στην προσβαλλόμενη, περιέχονται «εφικτά μέτρα για τον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων» των ανωτέρω τροποποιήσεων στα συστήματα επιφανειακών και υπογείων υδάτων της περιοχής, πάντως, ουδείς γνωρίζει: α) Σε τι ακριβώς συνίσταται και πως προκύπτει το επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, χάριν του οποίου γίνεται ανεκτή η πολυετούς διάρκειας λεηλασία του υδροφόρου ορίζοντα της περιοχής και η κατάλυση των φυσικών χαρακτηριστικών των επιφανειακών υδάτων στον άνω ρου των ποταμών Ασπρόλακκα και Κοκκινόλακκα. β) Ποια είναι ακριβώς εκείνα τα οφέλη των ανωτέρω τροποποιήσεων, για την υγεία και για τη διαφύλαξη της ασφάλειας των κατοίκων της περιοχής ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη, τα οποία υπερκαλύπτουν την αδυναμία επίτευξης των περιβαλλοντικών στόχων που θέτει η παράγραφος 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας. γ) Ποιες και πόσες είναι οι εφικτές πολύ καλύτερες περιβαλλοντικές επιλογές, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Σημειώνεται, τέλος, ότι απουσιάζει εντελώς η κρατική μέριμνα που επιβάλλει η παράγραφος 8 του άρθρου 4 της Οδηγίας, προκειμένου η έγκριση των ανωτέρω τροποποιήσεων των υδατικών συστημάτων της περιοχής να μην αποκλείει μονίμως ή να μην υπονομεύει την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της Οδηγίας σε άλλα υδατικά συστήματα της ίδιας ΠΛΑΠ.
5.ΣΤ.5 Συνοψίζοντας, η προσβαλλόμενη απόφαση επιτρέπει συντριπτικές επεμβάσεις στα συστήματα επιφανειακών και υπογείων υδάτων της Χαλκιδικής, ες αντικειμένου πρόσφορες να κλονίσουν τη φέρουσα ικανότητα τους, δίχως α) να έχει πραγματοποιηθεί η επιβαλλόμενη από το άρθρο 5 της Οδηγίας ανάλυση της «φυσιογνωμίας» της οικείας ΠΛΑΠ σε σχέση με τα φυσικά της χαρακτηριστικά, τις επιπτώσεις των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και την οικονομική ανάλυση της χρήσης ύδατος, β) να έχουν προσδιορισθεί εντός της οικείας ΠΛΑΠ τα υδατικά συστήματα, που προορίζονται για την άντληση πόσιμου ύδατος, ώστε να διασφαλισθεί δεόντως ο προορισμός τους, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις του άρθρου 7 της Οδηγίας, γ) να έχουν εφαρμοσθεί τα προγράμματα παρακολούθησης της κατάστασης των επιφανειακών και υπογείων υδάτων της οικείας ΠΛΑΠ, τα οποία επιβάλλει το άρθρο 8 της Οδηγίας, δ) να έχουν καταρτισθεί τα σχέδια διαχείρισης που προβλέπει το άρθρο 13 της Οδηγίας, ε) να έχει εξασφαλισθεί η πληροφόρηση και συμμετοχή του κοινού και ιδιαιτέρως των κατοίκων της Χαλκιδικής, στην διαχείριση του ύδατος, που έχουν στη διάθεση τους για να επιβιώσουν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις του άρθρου 14 της Οδηγίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη ευρίσκεται εντελώς εκτός του πλαισίου, που θέτει η Οδηγία 2000/60/ΕΚ για τη βιώσιμη διαχείριση του ύδατος, και συνεπώς ακυρωτέα τυγχάνει.
Επειδή η χώρα, τώρα περισσότερο παρά ποτέ, χρειάζεται επενδύσεις ευεργετικές για το δημόσιο συμφέρον και όχι «ξεπούλημα» του εθνικού της πλούτου.
Επειδή, όπως κατεδείχθη, η προσβαλλόμενη είναι αντίθετη με συγκεκριμένες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και του Συντάγματος.
Για τους λόγους αυτούς και για όσους θέλομε νομίμως προσθέσει
Ζητούμε
Να γίνει δεκτή η παρούσα Αίτηση.
Να ακυρωθεί στο σύνολο της η υπ’αριθ. πρωτοκ. 201745/26. 7. 2011 κοινή Υπουργική Απόφαση με θέμα: «Έγκριση Περιβαλλοντικών Ορων για τα έργα α) Μεταλλευτικές — Μεταλλουργικές Εγκαταστάσεις Μεταλλείων Κασσάνδρας και β) Απομάκρυνση, Καθαρισμό & Αποκατάσταση Χώρου Απόθεσης Παλαιών Τελμάτων Ολυμπιάδας, της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε.Μ.Β.Χ.» στο Νομό Χαλκιδικής.
Να καταδικασθούν οι αντίδικοι στην καταβολή της όλης δικαστικής μας δαπάνης.
Αθήνα 9 Νοεμβρίου 2011
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος,

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.