Του Σαράντη Δημητριάδη, ομότιμου καθηγητή γεωλογίας ΑΠΘ

296168_549007735150319_1493791808_n

Πολύ συχνά διαβάζω από δημοσιογραφούντες, εμφορούμενους από μια θρησκευτικής μανίας υποστηρικτική ψύχωση με τα των εξορύξεων και των μεταλλείων, πως η εκμετάλλευση των γνωστών στη χώρα μας «διαθέσιμων κοιτασμάτων» ορυκτών υλών πρέπει να είναι όχι μόνο άμεσης προτεραιότητας, αλλά και οτι θα πρέπει ασυζητητί να κατισχύει έναντι όλων των άλλων στον ίδιο τόπο αναπτυξιακών εναλλακτικών δυνατοτήτων -κάτι που με την διαχρονική και ισχυρή πίεση των μεταλλευτικών εταιρειών έχει εμποτίσει βαθειά τον ισχύοντα Μεταλλευτικό Κώδικα.

Ως κύριο επιχείρημα γι’ αυτήν την προτεραιότητα προβάλλεται το γεγονός οτι τα κοιτάσματα ορυκτών υλών είναι από τη ίδια τη φύση τοπικά εντοπισμένα. Δεν μπορούμε, λένε, να τα μετακινήσουμε αλλού, ώστε να δώσουμε ευκαιρία και χώρο στις άλλες πλην των εξορύξεων και της μεταλλείας δραστηριότητες να αναπτυχθούν ανεμπόδιστα στον τόπο όπου υπάρχουν τέτοια κοιτάσματα. Αυτοί οι τόποι χαρακτηρίζονται ως «μεταλλευτικές περιοχές» και εκεί θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος δεν (πρέπει λένε να και δεν) ισχύουν. Βλέπε σχετικά:

http://antigoldgr.org/blog/2008/10/02/mining-area/

Θα ήθελα να συζητήσω επί του παραπάνω επιχειρήματος, αλλά και να διατυπώσω κάποιες σκέψεις και προτάσεις παραπέρα.

Η φύση πράγματι είναι εκείνη που χωροθέτησε αυστηρά όλους τους γεωλογικούς σχηματισμούς, και μαζί τους και τα κοιτάσματα ορυκτών υλών. Αλλά όχι μόνον αυτά. Η φύση επίσης το ίδιο αυστηρά χωροθέτησε τις περιοχές ιδιαίτερου κάλους, τις παράλιες και παραποτάμιες περιοχές, τις περιοχές εξαιρετικού κλίματος, τις αγροπαραγωγικές περιοχές, τις ιχθυοπαραγωγικές περιοχές, τις δασικές περιοχές, τις κατάλληλες για κτηνοτροφία περιοχές, τις περιοχές με πολύτιμα υπόγεια αποθέματα νερού, όπως και, σε συνδυασμό με τις ανθρωπογενείς επεμβάσεις, τις ιστορικές περιοχές, τις αρχαιολογικές περιοχές, τις περιοχές τις προσφερόμενες για αγροτουρισμό κ.λπ. Και αυτά όλα δεν μπορούμε επίσης να τα μετακινήσουμε όπου εμείς θέλουμε.

Τίποτα λοιπόν το ιδιαίτερο που να αφορά τον χωροθετικό περιορισμό δεν διαφορίζει τα κοιτάσματα ορυκτών υλών από όλα τα άλλα διαφορετικά τους πλαίσια αναπτυξιακών δυνατοτήτων. Αλλά τότε γιατί θα πρέπει σώνει και καλά οι εξορύξεις και η μεταλλεία να κατισχύουν έναντι όλων των άλλων αναπτυξιακών δυνατοτήτων σε έναν τόπο; Δεν είναι πιο σωστό και δίκαιο να θεωρούνται όλες οι εναλλακτικές αναπτυξιακές δυνατότητες τουλάχιστον ισότιμες στην αφετηρία κάθε σχετικής συζήτησης. Για να μην πω οτι οι άλλες, πλην των εξορύξεων και τις μεταλλείας, αναπτυξιακές δυνατότητες υπερέχουν κατά το ότι είναι πολύ περισσότερο αειφορικές και φιλικότερες προς το περιβάλλον, σε αντίθεση με τις εξορύξεις και τη μεταλλεία που είναι χρονικά βραχύβιες, εξαντλούν μη ανανεώσιμους πόρους και είναι πολύ επιβαρυντικές για το περιβάλλον.

Αβίαστα λοιπόν βγαίνει νομίζω το συμπέρασμα πως κάθε συζήτηση που αφορά τις αναπτυξιακές προοπτικές ενός τόπου δεν θα πρέπει να καταδυναστεύεται και τελικά να περιορίζεται σε μία και μόνη αν συμβεί ο τόπος αυτός να φιλοξενεί κοιτάσματα ορυκτών υλών. Όπως προανέφερα, στην αφετηρία δεν θα πρέπει καμία εναλλακτική να θεωρείται υποδεέστερη, και αυτό ας θεωρηθεί μάλιστα οτι ευνοεί τις εξορύξεις και τη μεταλλεία και δεν τα αδικεί. Η επισταμένη και ορθή στάθμιση παραπέρα των θετικών και αρνητικών παραμέτρων όλων ανεξαιρέτως των εναλλακτικών αναπτυξιακών δυνατοτήτων είναι που θα οδηγήσει στην άριστη για την κάθε περίπτωση επιλογή. Και αν οι εξορύξεις και η μεταλλεία δεν προκριθούν, τουλάχιστον αυτό δεν καταστρέφει ούτε εξαφανίζει τα υπάρχοντα κοιτάσματα. Που παραμένουν στον τόπο ως μια πιθανή δυνατότητα αξιοποίησης σε κάποιο απώτερο μέλλον, ίσως δε με προσφορότερους και φιλικότερους προς το περιβάλλον τρόπους από τους τότε κατοίκους του.

Τα παραπάνω θα πρέπει νομίζω να μας βάλουν σε σκέψεις για την ορθότητα και την αναγκαιότητα να θεωρείται η μεταλλεία, ειδικά αυτή και μόνη, ως υπόθεση «δημοσίου συμφέροντος», ικανή ώστε να παρακάμπτονται με την επίκλησή του συμφέροντος αυτού άλλες θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος. Αναρωτιέμαι σχετικά τι θα γινόταν αν στη Σαντορίνη π.χ. ή στη Μύκονο ή στα Μετέωρα ανακαλυπτόταν ένα χρήσιμο κοίτασμα. Θα έπρεπε άραγε εκεί η μεταλλεία, ως υπόθεση δημοσίου συμφέροντος, να κατισχύσει έναντι της συντήρησης και της παραπέρα τουριστικής ανάπτυξης στα μέρη αυτά;

Τον καιρό, πριν πολλά χρόνια, που σταδιακά διαμορφωνόταν ο Μεταλλευτικός Κώδικας, η μεταλλεία θεωρούνταν ο κατ’ εξοχήν αναπτυξιακός κλάδος. Εκείνη την εποχή ούτε ως σκέψη περνούσε η ιδέα πως εξίσου αναπτυξιακοί κλάδοι μπορεί να ήταν και ο τουρισμός, η αξιοποίηση των φυσικών ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού τοπίου, η ποιοτική και τυποποιημένη δευτερογενής παραγωγή αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων και τόσα άλλα. Τότε η μεταλλεία εθεωρείτο ως αντιπαρατιθέμενη μόνο στην ιδιωτική ιδιοκτησία, την οποία βέβαια και «έπρεπε» να κατατροπώσει. Μικρή επίσης τότε υπήρχε συνειδητοποίηση των βλαπτικών για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία συνεπειών της μεταλλείας. Νομίζω πως σήμερα τέτοια ιδιαίτερα ευνοϊκή αντιμετώπιση της μεταλλείας είναι εκτός τόπου και χρόνου, τουλάχιστον για τη χώρα μας.

Σε ό,τι δε αφορά τα «διαθέσιμα στη χώρα μας κοιτάσματα ορυκτών υλών», αυτά τα βάζω μέσα σε εισαγωγικά γιατί περί αυτών, των ποσοτήτων τους και της αξίας τους, έχουν γραφτεί και κυκλοφορούν τόσα και τέτοια τερατώδη μυθεύματα (μερικά και από πανεπιστημιακούς) που μόνο με τους ισχυρισμούς του Σώρρα μπορούν να συγκριθούν.

H απόρρητη προσφυγή της Ελληνικός Χρυσός στο ΣτΕ και οι ανεπιθύμητες επιπλοκές της #skouries
Πολύγυρος 19/1: Δίκη 77χρονου αγωνιστή ενάντια στις #skouries